Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Σεπτέμβρης μπήκε για τα καλά...

Και μιας και οι διακοπές τελείωσαν και το άλμπουμ της καρδιάς μας είναι γεμάτο με καινούργιες αναμνήσεις, ας συνεχίσουμε με τις παλιές καλές αγαπημένες μας συνήθειες. Ιστορίες ηρώων από όλη την Ελλάδα, που ταξιδεύουν, ζουν και περιφέρονται έστω και νοερά σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας, έρχονται να τις μοιραστούν μαζί μας, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ της Μαρίας Στυλιανού και φέρουν τη δική μου υπογραφή.
Εύχομαι σε όλους σας φίλοι μου καλά ταξίδια του μυαλού και της ψυχής με οδηγό την πένα μου...
Δήμητρα Τράκα

Για το περιοδικό ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ 
τεύχος Σεπτεμβρίου.

Γιατί η καρδιά, μπορεί να περιμένει…
στην Αίγινα.
Γράφει η Δήμητρα Τράκα


Άνοιξε τα κόκκινα ξύλινα παντζούρια και πήρε μια βαθιά ανάσα. Οξυγόνο και άφθονος θαλασσινός αέρας εισέβαλαν μέσα της και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Κούνησε τη μικρή άδεια γλάστρα που ήταν στο περβάζι, ακουμπισμένη χρόνια ολόκληρα και χαμογέλασε, καθώς έξυσε με τα δάχτυλά της το ξερό χώμα. Κάποτε, μόλις άνοιγε το παράθυρο και κουνιόταν λίγο τα φύλλα του βασιλικού, μοσχοβολούσε όλο το σπίτι. Ξεράθηκε όμως κι αυτό. Ξεράθηκε, όπως κι εκείνη.
Έφτασε στην Αίγινα με το τελευταίο βραδινό καραβάκι. Δεν ήθελε να συναντήσει κανέναν. Ήθελε να κάνει ένα ξεκίνημα ή έστω μια ακόμα συνέχεια από την αρχή. Από το πρώτο φως της μέρας. Ευτυχώς ούτε ο ταξιτζής που την παρέλαβε από το λιμάνι δεν τη γνώρισε, αφού ήταν νέος στο νησί και δεν χρειάστηκε να ξεκινήσει την απολογία της αμέσως. Σιγά-σιγά, όσο περνούσε ο καιρός και την ανακάλυπταν συγγενείς και παλιοί φίλοι, θα είχε το χρόνο να τους εξηγήσει πώς βρέθηκε πάλι πίσω στο σπίτι της.
Ευτυχώς είχε προνοήσει και είχε εφοδιαστεί καφέ και ζάχαρη, προβλέποντας ότι το επόμενο πρωί πριν ξεκινήσει το καθάρισμα του σπιτιού, ένας καφές θα της έδινε την απαραίτητη δύναμη. Έκανε λοιπόν τον πρώτο καφέ της ημέρας και κάθισε στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας. Το άρωμα του καφέ που γέμισε το δωμάτιο, λες και ξύπνησε τα φαντάσματα του παρελθόντος. Αυτή η μυρωδιά ήταν τόσο γνώριμη στη Μαρίνα, που αισθάνθηκε ότι από την πόρτα θα έβλεπε να μπαίνει ο πατέρας της και να την ευχαριστεί για τον γλυκύ βραστό που του έφτιαξε. Ο πρώτος καφές της ημέρας του πατέρα της, τα καλοκαίρια που δεν είχε σχολείο, ήταν αποκλειστικά δική της υπόθεση, πριν φύγει για τη δουλειά του.
Μετά την πρώτη ρουφηξιά της, πίστεψε πως θα δει ν’ ακολουθεί από το εσωτερικό του σπιτιού και η μάνα της. Έτοιμη να ξεκινήσει με την καθημερινή λάτρα του σπιτιού, αλλά πρώτα έπρεπε να ετοιμάσει το φαγητό. «Τελικά, τα φαντάσματα των γονιών μας, είναι αυτά που δεν φοβόμαστε ποτέ» σκέφτηκε κι ένα δάκρυ άφησε να κυλήσει από τα μάτια της, χωρίς να μπει στον κόπο να το σκουπίσει. Σα να ήθελε να θυμηθεί ξανά. Σα να ήθελε να τα ζήσει όλα πάλι.
Έφυγε από το σπίτι της, ακόμα με το νυφικό. Την ίδια μέρα του γάμου. Ή καλύτερα την ίδια νύχτα. Ο Αριστείδης ήταν γιατρός κι εκείνο το βράδυ τον ειδοποίησαν ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα, άσχετα που είχε άδεια λόγω γάμου, γιατί συνέβη ένα άσχημο τροχαίο και η κλινική χρειαζόταν τη βοήθειά του. Έτσι, το πρώτο βράδυ παντρεμένη το πέρασε μόνη την σ’ ένα άγνωστο σπίτι. Δεν είχε πάει ως τότε να το δει. Ο Αριστείδης της είχε πει μόνο ότι το είχε εξοπλίσει με όλα τα κομφόρ της εποχής και ότι δεν θα της έλειπε τίποτα.
Δεν είχε λόγο ν’ αμφισβητήσει τότε, ούτε τα λόγια του Αριστείδη, ούτε τα αισθήματά του για εκείνη, ούτε όμως και την έννοια των γονιών της για τη δική της ευτυχία. Δεν τον ήξερε τον έρωτα και όπως φάνηκε, δεν χρειάστηκε να τον μάθει. Μόνο την αγάπη γνώρισε και αυτό της ήταν αρκετό.
«Τι κι αν δεν τον ξέρεις κόρη μου; Τι κι αν δεν τον αγαπάς; Θα τον αγαπήσεις. Είναι το καλύτερο και το πιο προκομμένο παιδί του νησιού. Άρχοντας σωστός. Άκουσες τι είπε στον πατέρα σου. Δεν θα σου λείψει τίποτα. Και μεταξύ μας, από ό, τι κατάλαβα, εκείνος μάλλον σε έχει ήδη αγαπήσει. Για να στέλνει ο ίδιος το προξενιό και όχι ο πατέρας του, σημαίνει ότι κάπου σε είδε, κάπου σε συνάντησε και η καρδιά του χτύπησε για εσένα. Δεν χρειάζονται οι έρωτες. Θα το καταλάβεις με τον καιρό» ήταν τα τελευταία λόγια της μάνας της, λίγο πριν ο πατέρας της δώσει τα χέρια με τον πατέρα του Αριστείδη και συμφωνήσουν για το προξενιό.
Η Μαρίνα άβγαλτη όπως ήταν, δεν έφερε αντίρρηση. Για να το λέει η μάνα της που κι εκείνη παντρεύτηκε με προξενιό τον πατέρα της και για να είναι όπως τους βλέπει έτσι αγαπημένους μετά από τόσα χρόνια γάμου, αυτό σημαίνει ότι έχει δίκιο. Στον πατέρα της δε, πού να τολμήσει να φέρει αντίρρηση. Ο λόγος του διαταγή. Μπορεί να γινόταν αλοιφή για την κόρη του, αλλά όταν έδινε το λόγο του, δεν τον έπαιρνε πίσω. Αν και για να λέμε του στραβού το δίκιο, ο πατέρας της δεν θα έλεγε το «ναι» στο προξενιό, αν δεν ήταν εκατό τις εκατό βέβαιος ότι η μονάκριβη θυγατέρα του θα ήταν ευτυχισμένη. Έτσι κι έγινε. Η Μαρίνα και ο Αριστείδης παντρεύτηκαν στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου του Θαλασσινού, στο λιμάνι που ήταν περιτριγυρισμένο με τα παλιά κανόνια και το ίδιο βράδυ αναχώρησαν βιαστικά για την Αθήνα.
Η αλήθεια είναι ότι δεν παραπονέθηκε ποτέ για τη ζωή της. Εκτός από το γεγονός ότι έχασε νωρίς τον σύντροφό της. Όλη της η ζωή κύλησε όμορφα. Πότε στα πάνω, πότε στα κάτω, όπως όλος ο κόσμος. Ο Αριστείδης την αγάπησε αληθινά και δεν στέρησε τίποτα ούτε από τη γυναίκα του, ούτε από τα παιδιά του. Πιστός σύντροφος και σωστός οικογενειάρχης. Το μόνο που δυσκόλεψε λίγο τη Μαρίνα, ήταν το ακαθόριστο ωράριο της δουλειάς του, αλλά με τον καιρό το συνήθισε και αυτό. Έμαθε και την Αθήνα. Μεγάλωσε και τα δυο παιδιά τους όσο πιο καλά μπορούσε. Τα σπούδασαν, τα πάντρεψαν και όλα κυλούσαν ήσυχα.
Ήσυχα μέχρι εκείνο το καταραμένο πρωινό που χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Αριστείδης έπαθε ανακοπή την ώρα που καθισμένος στο καφενείο έπινε το ουζάκι του με έναν παλιό του φίλο. Ήταν μόνη της. Τα παιδιά ζούσαν σε άλλες πόλεις με τις οικογένειές τους εδώ και χρόνια. Τι να έκανε; Έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Μάζεψε τα παιδιά κοντά της και προσπάθησε να σταθεί όρθια για να μην τους δημιουργήσει προβλήματα. Θρήνησε βουβά και με αξιοπρέπεια και στο τέλος τους έστειλε πίσω στα σπίτια τους για να συνεχίσουν τις ζωές τους. Ο ένας στην Κρήτη και ο άλλος στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρίνα ακριβώς στη μέση. Όμως έχουν οικογένειες κι έπρεπε να προχωρήσουν. Για εκείνη έφτασε το τέλος. Έχασε το στήριγμά της και το μόνο που της έμενε τώρα, ήταν να περιμένει την ώρα που θα πάει κι εκείνη κοντά του. Ο Αριστείδης της, όπως ήρθε ξαφνικά μια μέρα στη ζωή της και τη γέμισε, έτσι ξαφνικά έφυγε και την άδειασε.
Πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια μέχρι να πάρει την απόφαση να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα της και στο σπίτι των γονιών της. Τα παιδιά μακριά, οι φίλοι πια λιγόστεψαν αφού η ίδια κλείστηκε στο καβούκι της και προτίμησε για παρέα τον εαυτό της. Το τελευταίο Πάσχα που ήρθαν παιδιά κι εγγόνια να τη δουν, τους ανακοίνωσε την απόφαση που πήρε. Όλοι ενθουσιάστηκαν. Όλοι το αγαπούσαν αυτό το σπίτι. Κάθε καλοκαίρι το περνούσαν εκεί, αλλά και πολλά σαββατοκύριακα, είτε οικογενειακά, είτε με τις παρέες τους. Το σπίτι αυτό πάντα έσφυζε από ζωή. Τους άρεσε τόσο πολύ η ιδέα ότι θα ξανάνοιγε και ότι θα είχαν πάλι την ευκαιρία να πηγαίνουν όποτε ήθελαν και κυρίως τους άρεσε το γεγονός ότι η μάνα τους αποφάσισε να βγει στον έξω κόσμο.
Έτσι, αφού έκανε μια δίκαιη μοιρασιά και στα δυο της παιδιά, μάζεψε όσα της ήταν απαραίτητα και τα πήρε μαζί της. Γύρισε πίσω. Γύρισε στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Εκεί που θα ήθελε να τελειώσει τη ζωή της. Εκεί όπου ήθελε να μαζεύει κάθε επόμενο Πάσχα τα παιδιά της και να κυνηγάει τα εγγόνια της. Εκεί όπου γνώρισε τον Αριστείδη της…
Κόντευε οχτώ και μισή, όταν ο Νεκτάριος μπήκε στο αμάξι του για να ξεκινήσει για δουλειά. Βγήκε προσεκτικά από την αυλή του και μετά από λίγα μέτρα σχεδόν σταμάτησε. Το σπίτι της Μαρίνας είχε ανοιχτά παράθυρα και πόρτες. «Κάποιο από τα παιδιά θα ήρθε για διακοπές» σκέφτηκε. Κάθε μέρα, όταν περνούσε έξω από το σπίτι της, γυρνούσε το βλέμμα κι αναστέναζε νοσταλγικά. Θυμόταν εκείνη. Τη Μαρίνα. Μεγάλωσαν μαζί, σε μια γειτονιά. Πάντα την αγαπούσε τη Μαρίνα. Όταν ήταν παιδιά πάντα την πρόσεχε κι όταν μεγάλωσαν όμως κι εκείνη έφυγε, δεν την ξέχασε ποτέ. Τότε δεν τόλμησε. Ήταν φτωχός κι άμαθος. Κι αφού εκείνος δεν μπορούσε να της χαρίσει όσα ήθελε, έκανε πίσω και προσευχήθηκε ο γάμος της να της προσφέρει χίλια καλά, μα πάνω από όλα αγάπη. Παρακαλούσε νύχτα μέρα, ο άντρας της Μαρίνας να την αγαπά και να την προσέχει σαν τα μάτια του. Όσο κι αν ο ίδιος πληγώθηκε, ποτέ θύμωσε ούτε με εκείνη, αλλά ούτε και μ’ εκείνον, τον άρχοντα του νησιού. Του ήταν αρκετό που μάθαινε από τους γονείς της αραιά και που, ότι η ζωή της ήταν στρωμένη με ρόδα. Μόνον τότε, που έμαθε για το χαμό του άντρα της, τότε έκλαψε για εκείνη. Δεν της άξιζε τέτοια τύχη. Ήταν πολύ νέα.
Με αυτές τις σκέψεις έφτασε έξω από τα φαρμακείο του. Σήκωσε τα μεγάλα στόρια, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε για να ξεκινήσει δουλειά. Όμως η εικόνα της, δεν έφευγε από τα μάτια του. Το μυαλό του ήταν συνεχώς σ’ εκείνη. Πού να ήταν τώρα; Πώς ζούσε; Μόνη της; Θα ήταν τουλάχιστον κοντά στα παιδιά της; Μήπως στον γυρισμό για το σπίτι του, να τολμούσε να χτυπήσει την πόρτα της και να ρωτούσε;
Είχε πάει δώδεκα το μεσημέρι και βγήκε να κάνει ένα τσιγάρο έξω από το μαγαζί. Χαιρέτισε χαμογελαστά τους γείτονες που είχαν τα καταστήματα δίπλα και απέναντι από το δικό του και κάθισε στο μικρό σκαμνάκι που είχε πάντα έξω από την είσοδο, εκεί όπου ακουμπούσε τα τσιγάρα και το τασάκι του. Τη στιγμή που σήκωσε το χέρι του, για να κάνει νόημα στο παιδί του παραδιπλανού καφενείου, για να παραγγείλει τον καφέ του, είδε μια γυναικεία φιγούρα να περπατά και να κοντοστέκεται που και που στις βιτρίνες. Γνωστή, πολύ γνωστή. Λες; Μπα, ίσως να ήταν η φαντασία του, επειδή τη σκεφτόταν από το πρωί.
Καθώς όμως η γυναίκα πλησίαζε, ο Νεκτάριος έτριβε τα μάτια και προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι δεν κάνει λάθος. Ναι, ήταν η Μαρίνα. Η Μαρίνα η δική του. Όσο ερχόταν προς το μέρος του, τόσο πιο καλά την έβλεπε. Ήταν εκείνο το μελαχρινό κορίτσι που κάποτε αγάπησε και δεν ξέχασε ποτέ. Τα χαρακτηριστικά της δεν είχαν αλλάξει και πολύ. Ο χρόνος της είχε φερθεί ως φαίνεται μ’ ευγένεια όπως αρμόζει σε μια αληθινή κυρία. Γιατί πράγματι όσο περισσότερο την έβλεπε, μόνο με αληθινή κυρία θα την χαρακτήριζε. Τα καστανά μαλλιά της πιασμένα σε αριστοκρατικό κότσο, άφηναν να φανούν καθαρά τα όμορφα στοιχεία του προσώπου της. Η ψιλή και λυγερή κορμοστασιά της και το ελαφίσιο της βάδισμα, την έκαναν να μοιάζει παιδούλα ακόμα.
«Καλημέρα Νεκτάριε» άκουσε τη φωνή της και βγήκε από την πλάνη του μυαλού του.
Τον είχε δει κι εκείνη από μακριά και τον γνώρισε. Είχε μάθει χρόνια πριν ότι εκείνος επέστρεψε στο νησί μετά τις σπουδές του κι άνοιξε δικό του φαρμακείο. Όπως ήξερε και ότι δεν παντρεύτηκε ποτέ. Πάντρεψε τις τρεις αδερφές του κι εκείνος έμεινε μόνος. Όμως είχε πολύ καιρό να μάθει νέα του και δεν ήξερε κάτι παραπάνω, αν ίσως δηλαδή αποκαταστάθηκε και ο παλιός παιδικός της φίλος.
«Καλημέρα Μαρίνα» της απάντησε.
«Τι κάνεις; Είσαι καλά;» τον ρώτησε κι άφησε ένα ελαφρύ χαμόγελο να φανεί.
«Είμαι καλά. Εσύ πώς είσαι; Πώς και ξανά πίσω στο νησί μας;» τη βομβάρδισε με συνεχείς ερωτήσεις και της έκανε ένα νεύμα να περάσει μέσα στο φαρμακείο, όπου η Μαρίνα τον ακολούθησε.
«Ας πούμε ότι κι εγώ είμαι κάπως καλύτερα τώρα. Γι’ αυτό και γύρισα» του απάντησε με μια φράση σε όλες τις ερωτήσεις του.
«Μαρίνα, ξέρεις, λυπήθηκα πολύ για την απώλειά σου. Όμως δεν ήξερα τι να σου πω για να σε παρηγορήσω, γι’ αυτό και δεν τόλμησα να σε ενοχλήσω τότε» της είπε κι έσκυψε το κεφάλι.
«Να είσαι καλά Νεκτάριέ μου. Δεν πειράζει. Τέτοιες στιγμές δεν υπάρχουν λόγια όπως ξέρεις που να απαλύνουν τον πόνο. Ίσως ο χρόνος να τον απαλύνει, αλλά ποτέ δεν τον σβήνει.»
«Έχεις δίκιο. Πες μου όμως, πώς κι επέστρεψες; Αλλά πρώτα μήπως θέλεις να σου προσφέρω κάτι; Όχι βέβαια φάρμακα, αλλά ένα γλυκό, έναν καφέ, ένα αναψυκτικό, κάτι τέλος πάντων για να δροσιστείς. Απ’ ότι βλέπω είσαι φορτωμένη ψώνια και περπατούσες ώρα όπως φαίνεται. Τι λες; Θέλεις να ξεκουραστείς λίγο και να δροσιστείς;»
«Να σου πω την αλήθεια, δεν είναι κακή ιδέα. Δεν είχα τίποτα στο σπίτι και βγήκα για ψώνια. Καθαριστικά και κάτι για φαγητό γιατί όλα τα ντουλάπια ήταν άδεια. Κάτι δροσερό θα το έπινα ευχαρίστως. Να ‘σαι καλά.»
«Μισό λεπτό κι έφτασα» της είπε και βγήκε βιαστικά από το φαρμακείο, ενώ σε λίγα λεπτά επέστρεψε με ένα δίσκο που είχε επάνω ένα αναψυκτικό και τον καφέ του.
Όση ώρα κάθισαν εκεί, είπαν πολλά. Για τις ζωές τους, για τους δικούς τους, για πίκρες και χαρές. Ένα μόνο δεν είπαν. Δεν τόλμησαν να μιλήσουν για εκείνον τον παιδικό τους έρωτα. Τον θυμήθηκαν και οι δύο. Όμως δείλιασαν; Ντράπηκαν; Ποιος ξέρει; Όπως η καρδιά του Νεκτάριου είχε σκιρτήσει, έτσι και η δική της. Δεν καταλάβαινε όμως τότε, ήταν μικρούλα και δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει. Πόσο της είχε λείψει και της Μαρίνας ο καλός της φίλος…
Ήταν ο μόνος που ένιωθε κοντά της πάντα. Έτσι και τώρα. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να μιλήσει, ν’ ανταλλάξει δυο κουβέντες και να βρει ανταπόκριση. Γι’ αυτό και δεν έφερε αντίρρηση στην πρόταση που της έκανε, μόλις τελείωσαν την κουβέντα τους. Της είπε ότι αν ήθελε μπορούσε να συνεχίσει τα ψώνια της, ενώ θα μπορούσε να αφήσει αυτά που ήδη είχε πάρει στο φαρμακείο και μόλις τελείωνε, να επέστρεφε εκεί για να τα πάνε μαζί με το αμάξι στο σπίτι. Και βέβαια, αν ήθελε, πρότεινε επιπλέον να της κάνει το τραπέζι το μεσημέρι, αφού κανένας δεν τους περίμενε στα σπίτια τους.
Εκείνο το μεσημέρι, καθισμένοι σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στη θάλασσα, στο ψαροχώρι που λέγεται Περδίκα, άνοιξαν το κουτάκι με όλες τις παιδικές κι εφηβικές τους αναμνήσεις. Ο Νεκτάριος της είπε για τη ζωή του που περιστρέφονταν πάντα γύρω από τις τρεις του αδερφές από τότε που έφυγαν οι γονείς του και ότι ηρέμησε πια μόνον αφού τις πάντρεψε και τις τακτοποίησε και τις τρεις. Όταν όμως το έκανε, ήταν πια πολύ αργά να σκεφτεί τον εαυτό του, όσο κι αν τον παρότρυναν εκείνες. Τα χρόνια πέρασαν και ούτε που το κατάλαβε.
Το ίδιο έκανε και η Μαρίνα. Του είπε τα πάντα. Όλα όσα συνέβησαν από την ημέρα που έφυγε από το νησί, μέχρι και τη στιγμή που επέστρεψε, το προηγούμενο βράδυ. Αμέσως μόλις τελείωσε την αφήγησή της, έστρεψαν και οι δύο ταυτόχρονα το κεφάλι τους και κοίταξαν στην άκρη του λιμανιού. Ένα μεγάλο παλιό εμπορικό πλοίο ήταν δεμένο εκεί. Σκουριασμένο και σάπιο, κουνιόταν ανάλογα με τον άνεμο, απαλά, παρασυρόμενο από τα μικρά κυματάκια της θάλασσας. Τους θύμισε τον εαυτό τους. Παροπλισμένο έτσι όπως ήταν, έμοιαζε μ’ εκείνους που δεν είχαν κάτι άλλο να περιμένουν από τη ζωή τους. Τα ταξίδια της ζωής τους είχαν τελειώσει και το μόνο που καρτερούσαν ήταν το βύθισμα…
Σαν να βιάζονταν όμως για εκείνο το βύθισμα. Η Μαρίνα ήταν μόλις πενήντα πέντε και ο Νεκτάριος πενήντα επτά. Εκείνη μπορεί να έγινε ξαφνικά συνταξιούχος, μετά τον χαμό του Αριστείδη, όμως ο Νεκτάριος είχε ακόμα πολλά χρόνια για να βγει στη σύνταξη. Κι έπειτα τα παιδιά της μπορεί να ήταν μακριά, αλλά την είχαν ακόμα ανάγκη και τα εγγόνια της δεν πρόλαβε να τα χαρεί ακόμη όσο θα ήθελε. Τη μελαγχολία της στιγμής ευτυχώς κατάφερε και την έσβησε μ’ ένα κρύο παγωτό που τους σέρβιρε ο ταβερνιάρης και με έναν στίχο από ένα παλιό νησιώτικο τραγούδι.
Οι συναντήσεις της Μαρίνας και του Νεκτάριου συνεχίστηκαν για καιρό. Όλο τον Ιούλιο, μετά το μεσημέρι που έκλεινε ο Νεκτάριος το φαρμακείο, τα περισσότερα απογεύματα τα περνούσαν παρέα. Πρώτα προσφέρθηκε να την ξεναγήσει και πάλι στο νησί της και να το θυμηθούν μαζί, όπως τότε που έκαναν παιδιά κι έπειτα θα οργάνωναν μικρές εξορμήσεις εκτός της χώρας.
Περπάτησαν ώρες ολόκληρες στα στενά δρομάκια και δεν άφησαν αξιοθέατο που να μην επισκέφθηκαν. Πήγαν πρώτα στον πύργο του Μάρκελλου, μετά στη Μητρόπολη, στο Κυβερνείο και στο παλιό Ορφανοτροφείο. Έπειτα ακολούθησαν τα εκτός έδρας. Με πρώτο σταθμό το Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Αγρίων Ζώων. Σ’ εκείνο το μέρος, η Μαρίνα αισθάνθηκε μια θλίψη, από την εγκατάλειψη που αντίκρισε γύρω της. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ένα τόσο σπουδαίο έργο, δεν έχαιρε εκτίμησης από την πολιτεία και διατηρούνταν μόνο από τις φιλότιμες κι αξιέπαινες προσπάθειες των εθελοντών.
Λίγο πριν φύγουν από εκεί, σταμάτησαν και χάζεψαν το τελευταίο γιγάντιο κλουβί, όπου φυλάσσονταν ένα ζευγάρι κύκνων. «Είναι πουλιά που ζουν μόνο σε ζεύγη και αν τυχόν το ένα από τα δύο φύγει από τη ζωή, το άλλο πέφτει σε βαριά κατάθλιψη. Δυστυχώς μόνα τους δεν μπορούν να ζήσουν για πολύ» ήταν τα λόγια του υπεύθυνου του πάρκου που τους ξενάγησε. Εκείνα τα αρχοντικά πουλιά με τους ψηλούς λαιμούς και τα κατάλευκα φτερά, τους είχαν μαγέψει πραγματικά. Κολυμπούσαν διαρκώς πλάι-πλάι και δεν χώριζαν καθόλου. Αυτό θα πει συντροφικότητα…
Μέσα στις επόμενες μέρες, επισκέφθηκαν και το Ναό της Αθηνάς Αφαίας. Από εκεί ψηλά, μπορούσαν να δουν το πέλαγος στα πόδια τους και να αισθανθούν για λίγο βασιλιάδες της θάλασσας ή μάλλον καλύτερα αρχαίοι Θεοί, που από το ναό τους μπορούσαν να δαμάσουν μ’ ένα τους βλέμμα μόνο τα κύματα.
Εκείνο που θαύμαζε όμως πάντα από παιδί η Μαρίνα, ήταν ο Ιερός Ναός του Αγίου Νεκταρίου. Εκείνος ο τεράστιος κι επιβλητικός ναός, με το επίσης απέραντο προαύλιο με τους ολάνθιστους κήπους, της προκαλούσε ένα δέος. Έτρεμε σύγκορμη κάθε φορά που έμπαινε σε αυτή την εκκλησία. Παρόλο το μέγεθός της, εκείνη η κατάνυξη που την έπιανε όταν βρισκόταν μπροστά στην εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, ήταν σαν να βρισκόταν σε κάποιο μικρό παλιό μοναστήρι.
Προσκύνησαν κι έπειτα περπάτησαν ανάμεσα στα λουλούδια και στα δέντρα και αντί να πάρουν το δρόμο για την έξοδο προς το πάρκινγκ, εκείνοι προτίμησαν ν’ ανέβουν τις σκάλες που στόλιζαν οι φουντωμένες μωβ και άσπρες μοκαμβίλιες. Κι όταν πια έφτασαν στην κορυφή, λίγο πριν πάρουν την κατηφόρα για το αυτοκίνητο, θαύμασαν από μακριά τις εκκλησίες της Παλαιοχώρας στον απέναντι λόφο. Εκείνο το μικρό Μυστρά όπως τον χαρακτήριζαν. Όμως ήταν ντάλα μεσημέρι και τόσο δυνατός ο ήλιος που υποσχέθηκαν ότι θα επιστρέψουν κάποια άλλη φορά, για να περπατήσουν ανάμεσα στα χαλάσματα των μικρών ναών του αντικρινού λόφου.
Έτσι πέρασε ο Ιούλιος. Τα ελαφριά ρούχα, αν και σκούρα, αφού δεν την άφηναν τα παιδιά της να φορέσει άλλο πια μαύρα, έδιναν την αίσθηση στη Μαρίνα ότι της έπαιρναν ένα βάρος από επάνω της και ότι η ζωή της δεν θα ήταν μια μόνιμη θλίψη από εδώ και στο εξής. Έκλεισε τη ντουλάπα της και αφού πέρασε ένα μπλε φουλάρι στο λαιμό της, πήρε τη τσάντα της και βγήκε βιαστικά από το σπίτι. Εδώ και λίγα λεπτά είχε ακούσει την κόρνα του αυτοκινήτου του Νεκτάριου κι έτρεξε προς την έξοδο.
Το πρόγραμμα έλεγε πρώτα μπάνιο, στην παραλία της Αγίας Μαρίνας κι έπειτα ψαράκι σε μια από τις ταβέρνες του χωριού, που είχαν υπέροχη θέα έτσι τοποθετημένες με τη σειρά, στα ψηλά. Πράγματι, το πρόγραμμα δεν άλλαξε, όμως εκείνη τη μέρα, ο Νεκτάριος έδειχνε κάπως παράξενος. Όσο κι να προσπάθησε η Μαρίνα να τον κάνει να χαρεί μαζί της, λέγοντάς του ότι σε λίγες μέρες θα έρχονταν τα παιδιά της και ανυπομονούσε να τους τον γνωρίσει και να περάσουν όλοι μαζί όμορφα, εκείνος έμοιαζε να μην συμμερίζεται και πολύ τη χαρά της. Κάτι τον απασχολούσε.
«Μα, τι έχεις πάθει σήμερα; Έγινε κάτι; Γιατί είσαι τόσο σκεφτικός;» τον ρώτησε κάποια στιγμή μόλις τελείωσαν το φαγητό τους, αφού δεν άντεχε άλλο να τον βλέπει έτσι.
«Έχω κάτι. Όμως δεν ξέρω πώς θα το πάρεις αν σου το πω. Εγώ έτσι κι αλλιώς δεν έχω κάτι άλλο να περιμένω από τη ζωή μου απάντησε ο Νεκτάριος.
«Νεκτάριέ μου, αν σου πω ότι σε καταλαβαίνω, θα σου πω ψέματα και δεν το θέλω. Μήπως μπορείς να γίνεις λίγο πιο σαφής; Και γιατί να πάρω κάπως αυτό που θέλεις να μου πεις; Τι άλλο έμεινε να πούμε εμείς οι δύο πια που δεν το έχουμε πει;»
«Θα σου εξηγήσω αμέσως. Πρώτα όμως θέλω να ξέρεις ότι το σκέφτηκα πολύ σοβαρά, το ζύγισα εκατό φορές κι έπειτα πήρα την απόφαση Μαρίνα».
«Η οποία είναι;» έκανε απορημένη.
«Η οποία είναι ότι έχω να σου κάνω μια πρόταση…»
«Γάμου;» τον διέκοψε η Μαρίνα και γέλασε δυνατά με όλη της την ψυχή.
«Γιατί όχι; Ίσως και αυτό αν το θέλεις εσύ».
«Τι λες Νεκτάριε; Μήπως σε πείραξε το ουζάκι ή ο ήλιος;»
«Ξέρω πολύ καλά τι λέω Μαρίνα. Άσε με όμως να σου εξηγήσω πρώτα».
«Σε ακούω».
«Κοίταξε να δεις. Εμείς στην ηλικία που είμαστε, δεν νομίζω να μας ταιριάζουν οι έρωτες και τα παιδιαρίσματα. Τη συντροφιά όμως τη θέλουμε και την έχουμε ανάγκη. Σκέφτηκα λοιπόν, ότι αφού δεν τόλμησα να σου εξομολογηθώ τότε, όταν ήμασταν παιδιά τον έρωτά μου κι έκανα πίσω δειλιάζοντας, αφού ήμουν ασήμαντος μπροστά στον Αριστείδη που ήταν και φίλος καλός αλλά κι έτοιμος να σε κάνει ευτυχισμένη, όπως μου είχε εξομολογηθεί λίγο πριν σε ζητήσει από τον πατέρα σου…»
«Νεκτάριε τι λες; Ακούς τι λες;» τον διέκοψε ξανά η Μαρίνα.
«Άσε με να τελειώσω Μαρίνα. Λοιπόν, αφού δεν τόλμησα τότε, λέω να τολμήσω τώρα και να σου προτείνω να ζήσουμε μαζί από εδώ και πέρα. Θες απλώς να συμβιώσουμε, θες να κάνουμε έναν απλό και λιτό γάμο; Όπως θέλεις εσύ, αν βέβαια συμφωνήσεις. Και όσο για τα παιδιά σου, να ξέρεις ότι είμαι έτοιμος να ζητήσω το χέρι σου κι επισήμως και από τους δυο σου γιους. Τώρα θα μου πεις, έχουμε και οι δύο το σπίτι μας, καλά είμαστε κι έτσι. Αλλά και πάλι θα σου πω το εξής. Αν, λέω αν, εσύ δεχτείς την πρότασή μου, σκέφτομαι να φτιάξουμε το ένα από τα δύο και να το παραχωρήσουμε στα παιδιά σου, για να μπορούν αν μένουν με την άνεσή τους με τις οικογένειές τους και να μην μας έχουν στα πόδια τους. Εμείς θα προσέχουμε μόνο τα εγγόνια και ας κάνουν ό, τι θέλουν, δεν θα τους ενοχλούμε. Και αργότερα βέβαια, όταν πια εμείς θα έχουμε φύγει, θα μείνει από ένα σπίτι στον καθένα τους για να μας θυμούνται. Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;»
«Οργανωμένο το έγκλημα δηλαδή;» γέλασε και πάλι έκπληκτη η Μαρίνα.
«Δεν μου απαντάς όμως» είπε ο Νεκτάριος.
«Να σου απαντήσω, γιατί να μην σου απαντήσω. Ομολογώ ότι δεν το περίμενα αυτό που άκουσα σήμερα από εσένα Νεκτάριε. Βέβαια αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν έχεις κι άδικο. Είμαστε και οι δύο μόνοι. Καλά, όσο για έρωτες και τέτοια ούτε να το συζητάς. Δεν τα έκανα στα νιάτα μου, δεν θα το κάνω τώρα. Μια παρέα όμως δεν θα ήταν άσχημη. Και πόσο μάλλον, μια παρέα σαν και τη δική σου. Μου κάνει πολύ καλό να είμαι μαζί σου. Με κάνεις και ηρεμώ και δεν σκέφτομαι τα άσχημα που έζησα. Τώρα βέβαια, αν σου πω κάτι, ίσως γελάσεις».
«Πες μου, σε ακούω».
«Κάποτε, όταν ήμουν παιδούλα, ήμουν κι εγώ ερωτευμένη μαζί σου, όμως τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα, δεν ξέραμε, φοβόμασταν. Κι έπειτα με τον Αριστείδη έγιναν όλα τόσο γρήγορα, που ούτε κι εγώ το κατάλαβα».
«Γιατί να γελάσω Μαρίνα μου;»
«Γι’ αυτό που σου είπα μόλις τώρα. Τέλος πάντων. Ξέρεις καλά πόσο σε αγαπάω Νεκτάριε και γιατί όχι να μην πορευθούμε για τα όσα χρόνια μας μένουν ακόμα, παρέα. Εδώ, στο νησί μας. Εδώ που κάποτε ξεκινήσαμε».
«Σ’ ευχαριστώ πολύ. Να είσαι σίγουρη ότι δεν θα μετανιώσεις αυτή σου την απόφαση. Έχω τα εισοδήματά μου και όσο μπορώ θα σου παρέχω τα πάντα. Τίποτα δεν θα σου λείψει».
«Δεν θέλω τίποτε Νεκτάριε. Μόνο τη συντροφιά σου. Όσο γι’ αυτό που είπες για τα σπίτια, μίλησε με τα παιδιά και κάντε ό, τι θέλετε. Εμένα μην με ανακατεύετε με αυτά».
 «Μαρίνα μου, σ’ αγαπάω. Σ’ αγαπούσα πάντα και σε περίμενα».
Αυτό το «Μαρίνα μου» που άκουγε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα λεπτά, αισθάνθηκε πως την άγγιξε εκείνη τη στιγμή. Και όχι μόνο αυτό. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά το δικό της. Πρώτη φορά μετά από χρόνια είχε να νιώσει ένα χάδι που θα γαλήνευε πρώτα την ψυχή της. Αυτός ο άνθρωπος, τη σέβονταν, την εκτιμούσε, την αγαπούσε και της απέδειξε ότι η καρδιά μπορεί να περιμένει…