Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014
Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014
Καλό μας μήνα φίλοι μου!
Ο Νοέμβρης μας υποδέχτηκε με ήλιο και με ένα μεγάλο χαμόγελο.
Εγώ λέω σήμερα να σας ταξιδέψω μέχρι τη μυροβόλο Χίο. Να γνωρίσουμε τις ομορφιές και τις ευωδιές του νησιού, μέσα από την περιπλάνηση των ηρώων μας.
Το άρθρο μου αυτό λοιπόν, έρχεται από τις σελίδες του περιοδικού ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ,
της Μαρίας Στυλιανού για το μήνα Νοέμβριο.
Σας αφήνω να το απολαύσετε!!!
Ο Νοέμβρης μας υποδέχτηκε με ήλιο και με ένα μεγάλο χαμόγελο.
Εγώ λέω σήμερα να σας ταξιδέψω μέχρι τη μυροβόλο Χίο. Να γνωρίσουμε τις ομορφιές και τις ευωδιές του νησιού, μέσα από την περιπλάνηση των ηρώων μας.
Το άρθρο μου αυτό λοιπόν, έρχεται από τις σελίδες του περιοδικού ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ,
της Μαρίας Στυλιανού για το μήνα Νοέμβριο.
Σας αφήνω να το απολαύσετε!!!
"Χίος… μεθυσμένος από την μυρωδιά της μαστίχας και του λεμονανθού.
Γράφει η Δήμητρα Τράκα
Γράφει η Δήμητρα Τράκα
Ήταν δεκάξι χρονών και ο πατέρας του τον έπαιρνε συχνά μαζί του, όταν πήγαινε για ψώνια δουλειάς στην πόλη της Χίου. Ο Αλέκος αυτές τις βόλτες τις απολάμβανε όσο τίποτα τα καλοκαίρια. Εκείνος δεν περιφέρονταν στους δρόμους της αγοράς όπως ο πατέρας του, αλλά σεργιάνιζε μέσα στους στενούς δρόμους της πόλης κι ανακάλυπτε κάθε φορά κι ένα καινούργιο σοκάκι, φτιάχνοντας με το νου του ιστορίες δικές του. Ιστορίες άλλοτε με φαντάσματα, άλλοτε με βασιλιάδες, άλλοτε με κουρελήδες κι άλλοτε με καπετάνιους.
Τις ιστορίες των καπετάνιων μάλιστα, δεν χρειαζόταν και πολύ να τις φανταστεί. Τις είχε ακούσει τόσες πολλές φορές στο λιμανάκι του Βροντάδου, όταν καθόταν παρέα με τον πατέρα του στη βάρκα και τον βοηθούσε με τα δίχτυα. Μαζεύονταν γύρω τους κι άλλοι ψαράδες και όλοι μαζί μοιράζονταν τις ιστορίες τους ή άκουγαν τους απόμαχους ναυτικούς που καπεταναίοι κάποτε, γύριζαν όλο τον κόσμο.
Από μικρός νόμιζε πως η φυσική του μυρωδιά ήταν η θαλασσινή. Όσο κι αν φώναζε η μάνα του να μαζευτεί από την θάλασσα, χειμώνα-καλοκαίρι, εκείνος εκεί, αν δεν βασίλευε ο ήλιος για τα καλά, δεν ξεκολλούσε από κοντά της. Και φυσικά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ήθελε να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο. Ήθελε να είναι εκείνος που θα καταφέρει να δαμάσει τα κύματα και να τα υποτάξει στην ακόρεστη δίψα του για ταξίδια.
Εκείνο το καλοκαίρι, μόλις είχε τελειώσει τη τρίτη γυμνασίου και ανακοίνωσε στους γονείς του ότι ήθελε να κάνει τα χαρτιά του για να πάει στη σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο Αττικής. Ο πατέρας του όχι μόνο δέχτηκε την απόφασή του, αλλά καμάρωνε κιόλας. Ήξερε την αγάπη του για την θάλασσα και τη ζούσε κάθε φορά που τον έπαιρνε μαζί του τα καλοκαίρια για ψάρεμα. Μια ζωή ψαράς και το μόνο που απεύχονταν, ήταν να τον ακολουθήσει και ο γιος του. Τα σκληρά και σκασμένα του χέρια, του θύμιζαν συνεχώς ότι ο μοναχογιός του δεν έπρεπε να έχει την ίδια τύχη μ’ εκείνον. Πάλευε χρόνια ολόκληρα με την καθημερινή ψαριά του να τον μεγαλώσει και να τον σπουδάσει, αρκεί να μην τον δει να τον παιδεύει η θάλασσα. Και τώρα ο γιος του ήταν αυτός που ήθελε να παιδέψει τη θάλασσα, όπως έλεγε χαριτολογώντας ο κυρ-Νίκος.
Η μάνα του από την άλλη, έπεσε να πεθάνει. Η κυρά-Σταματία γνώρισε τον άντρα της εκεί, στην ίδια γειτονιά, μερικά σπίτια παρακάτω. Της τραγουδούσε ένα παλιό τραγούδι που έλεγε: «Γιατί δεν με θες κυρά μου, επειδή είμαι ψαράς;» και μια και δυο, δεν άργησε να τον ερωτευτεί. Αηδόνι ο κυρ-Νικόλας και τη μάγεψε. Όμως μια ολάκερη ζωή, από νιόπαντροι ακόμα, μέχρι και σήμερα, δεν παύει να σταυροκοπιέται και να προσεύχεται κάθε φορά που εκείνος φεύγει για τη δουλειά του. Νύχτες ολόκληρες έμενε μόνη της, όταν οι αγέρηδες παρέσερναν τη βάρκα του προς τα τουρκικά παράλια κι εκείνος πάσχιζε να τη γυρίσει πίσω. Μόνον σαν άκουγε τον ήχο από το μάνταλο της αυλόπορτας ηρεμούσε και πετάγονταν από την καρέκλα της να του ανοίξει την πόρτα και να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει και να κάνει ακόμα έναν μεγαλύτερο σταυρό, ευχαριστώντας τον Αϊ-Νικόλα που τον έφερε σώο στο σπιτικό τους.
Η κυρά-Σταματία λοιπόν, δεν άντεχε στην ιδέα ότι και το παιδί της αποφάσισε να θαλασσοπνίγεται κάθε τόσο κι αυτή να μένει στην ίδια καρέκλα ξάγρυπνη, όταν τα δελτία καιρού ήταν δυσοίωνα. Τον παρακάλεσε, τον ικέτεψε, γονάτισε στα πόδια του, όμως ο Αλέκος δεν άλλαζε γνώμη. Σκούπισε τότε τα μάτια της και του είπε:
«Αγόρι μου, ένα μόνο θα παρακαλάω στο Θεό από εδώ και πέρα. Να κρατά το τιμόνι σου και να σ’ οδηγεί μόνο σε ήρεμες θάλασσες».
Ο Αλέκος αφού πήρε και τη δική της ευχή, το πρώτο που έκανε, ήταν να κανονίσει ένα ταξίδι με τον πατέρα του στην Αθήνα, για να τακτοποιήσουν τα χαρτιά του για τις εξετάσεις στη σχολή και να δουν τι πρέπει να κάνουν παρακάτω. Αν λοιπόν, περνούσε στις εξετάσεις, από το φθινόπωρο θα ξεκινούσε μαθήματα και θα έμπαινε εσώκλειστος στη σχολή. Στρώθηκε στο διάβασμα και τα κατάφερε τελικά. Ο Αλέκος μπήκε στη σχολή εμποροπλοιάρχων και μάλιστα με τους καλύτερους βαθμούς, σχεδόν αριστούχος. Ο πατέρας του όταν το έμαθε, ξόδεψε όλο το μεροκάματο εκείνης της ημέρας σε κεράσματα στο καφενείο και το βράδυ που γύρισε σπίτι, τραγουδούσε γλυκά στην κυρά του, τραγούδια του καιρού τους. Η κυρά-Σταματία δε, μόνο προσεύχονταν, μόνο παρακαλούσε την Παναγιά και όλους τους Αγίους, να προσέχουν το παιδί της. Μέσα της χαίρονταν κι εκείνη και καμάρωνε και κάποιες στιγμές η ψυχή της αλάφρωνε από τα τραγούδια του κυρ-Νικόλα, όμως η έννοια της ήταν ο μοναχογιός της που θα έφευγε στα ξένα όπως έλεγε. Δεν είχε πάει ποτέ ούτε μέχρι την Αθήνα εκείνη και οπουδήποτε μακριά από το νησί της, έμοιαζε ξένο κι άγνωστο.
Τις λίγες μέρες που έμεναν μέχρι να φύγει για την Αθήνα ο Αλέκος, ήθελε να μαζέψει όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε από το νησί του, για να τις πάρει μαζί του. Εκείνο το πρωινό λοιπόν, σκέφτηκε να κάνει μια μεγαλύτερη βόλτα στη Χίο. Να πάει μέχρι τον Κάμπο. Να δει μια ακόμα φορά εκείνα τα τεράστια σπίτια που τα έκρυβαν οι μεγάλοι αυλόγυροι και που τα περισσότερα ήταν σπίτια ναυτικών. Ένα τέτοιο ονειρεύονταν να χτίσει κι αυτός για τους γονείς του μια μέρα που θα γινόταν μεγάλος και τρανός καπετάνιος. Ένα μεγάλο σπίτι, μ’ έναν τεράστιο αυλόγυρο, που θα κλείνει μέσα του περβόλια με οπωροφόρα δέντρα και στη μέση ένα πηγάδι με παγωμένο νερό που θα κάθεται. Όνειρα παιδικά, όνειρα εφηβικά, όνειρα που ήξερε πως μια μέρα θα τα πραγματοποιήσει.
Χάθηκε στο πυκνό δίκτυο μικρών δρόμων που χαρακτηρίζουν την περιοχή του Κάμπου και ακολουθώντας τη μυρωδιά των λεμονιών, περπατούσε για ώρες. Μπορεί να έκανε και κύκλους, όμως δεν σταμάταγε. Κοιτούσε διαρκώς ψηλά, σα να μπορούσε να δει μέσα από τους ψηλούς χτιστούς μαντρότοιχους, αλλά το μόνο που κατάφερνε να δει ήταν οι άκρες των κλαδιών κάθε λογής οπωροφόρων. Σαν μεθυσμένος, παραπατούσε που και που, στέκονταν και πηδούσε όσο πιο ψηλά μπορούσε, μπας και καταφέρει να δει τι έκρυβαν τα θεόρατα τείχη που ορθώνονταν εμπρός στα μάτια του.
Σε μια τέτοια προσπάθεια, παραπάτησε και έπεσε κατάχαμα. Πίσω του ακούστηκε ο ήχος από ένα κουδουνάκι ποδηλάτου. Μια λευκή οπτασία τον προσπέρασε και γέλασε δυνατά. Ένα χαρούμενο κοριτσίστικο γέλιο. Μια μεγάλη πόρτα άνοιξε και η λευκή οπτασία με τα μακριά ξανθά μαλλιά χάθηκε καθώς έκλεινε πίσω της η τεράστια ξύλινη πόρτα. Δεν πρόλαβε να δει ούτε το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να καταλάβει αν ήταν ξύπνιος ή ονειρεύονταν. Πέρασε πλάι του σαν αερικό και χάθηκε…
Σηκώθηκε, τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του και πλησίασε την πόρτα που έκρυβε το όνειρό του. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε. Η κοριτσίστικη φωνή γελούσε ακόμα, αλλά ταυτόχρονα ακούστηκε και μια γυναικεία φωνή.
«Φανούλα μου γύρισες;»
«Ναι, μαμά. Έκανα μια μεγάλη βόλτα κι έφτασα σχεδόν μέχρι τη χώρα. Αύριο το πρωί θα ξαναπάω».
«Να πας παιδί μου. Σε λίγες μέρες θα φύγουμε και δεν θα ξαναβρείς τέτοιο παράδεισο. Κοίτα να τον χορτάσεις».
Οι φωνές ήταν αληθινές. Άρα δεν ονειρεύονταν. Ο Αλέκος έμεινε λίγο ακόμα, αλλά οι φωνές χάθηκαν. Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Κοίταξε το ρολόι του και συνειδητοποίησε ότι ο πατέρας του θα τον περίμενε εδώ και ώρα στο καφενείο όπου είχαν δώσει ραντεβού. Καθώς περπατούσε κι έμπαινε σιγά-σιγά στους δρόμους της πόλης και στη φασαρία, σκεφτόταν συνεχώς εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που σωριάστηκε και η λευκή οπτασία πέρασε σαν άνεμος και χάθηκε. Μέσα στις σκέψεις του, συνειδητοποίησε όμως και κάτι ακόμα. Η φωνή της Φανούλας, της οπτασίας δηλαδή, είπε ότι και αύριο θα πάει την ίδια βόλτα. Άρα και αύριο το πρωί θα περιφέρεται κάπου εκεί στον Κάμπο με το ποδήλατό της. Ήταν λοιπόν μια καλή ευκαιρία, να διαπιστώσει ότι όλο αυτό δεν ήταν όνειρο, αλλά πραγματικότητα.
Έτσι, το επόμενο πρωί πήγε και πάλι στον Κάμπο, λέγοντας στους γονείς του ότι ήθελε να συναντήσει κάποιους φίλους στη Χίο και να τους χαιρετίσει. Δυσκολεύτηκε λίγο, αλλά τελικά κατάφερε να ανακαλύψει τη μεγάλη ξύλινη πόρτα. Είχε βάλει σημάδι ένα μαύρο τετράγωνο σχέδιο που ήταν σκαλισμένο επάνω της και όμοιό της δεν είχε καμία άλλη σε όλο τον Κάμπο. Αυτή τη φορά είχε πάει κι εκείνος με το ποδήλατο κι έφερνε βόλτες για ώρα στη γειτονιά.
Ώσπου, κάποια στιγμή, κοντά στο μεσημέρι, η λευκή οπτασία ξαναεμφανίστηκε. Καθώς ερχόταν από μακριά και τα ξανθά μαλλιά της ανέμιζαν, ήταν ολόιδια με νεράιδα. Το κάτασπρο φόρεμά της και η λευκή της σάρκα την έκαναν να μοιάζει ψεύτικη, σαν πορσελάνινη κούκλα. Τον είδε που έκανε κύκλους έξω από την πόρτα και σταμάτησε, πριν χαθεί και πάλι μέσα της.
«Ψάχνεις κάτι;» τον ρώτησε.
«Ναι, χάθηκα μέσα στους στενούς δρόμους και δεν ξέρω πώς να γυρίζω πίσω» απάντησε ο Αλέκος που είχε σκεφτεί από πριν τις πιθανές κουβέντες που θα άνοιγε μαζί της όταν την έβλεπε.
«Δεν είσαι από εδώ;» τον ξαναρώτησε.
«Είμαι, αλλά όχι από τον Κάμπο. Από το Βροντάδο είμαι» είπε ο Αλέκος.
«Ούτε κι εγώ είμαι από εδώ, αλλά τον Κάμπο τον έμαθα από έξω κι ανακατωτά» είπε η Φανή.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Μένω με τους γονείς μου στην Αθήνα. Εδώ ερχόμαστε κάποια καλοκαίρια. Το σπίτι είναι του παππού μου κι ερχόμαστε για διακοπές» εξήγησε με μια ανάσα η Φανή.
Όσο του μιλούσε, ο Αλέκος την παρατηρούσε από πάνω έως κάτω. Ήταν περίπου στην ηλικία του, όμορφη, αλλά κυρίως αληθινή!
«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε.
«Αλέκο. Αλέκο με λένε. Εσένα;» απάντησε ξαφνιασμένος.
«Φανή. Λοιπόν, θες να σου δείξω το δρόμο για τη Χίο ή θα συνεχίσεις να κάνεις βόλτες έξω από την πόρτα μου;» του είπε και χαμογέλασε σαν να είχε καταλάβει πολλά περισσότερα από όσα είχε πει ο Αλέκος.
«Θα έρθεις μαζί μου μέχρι εκεί;»
«Ναι. Εγώ δεν χάνομαι βλέπεις κι ας μην είμαι από εδώ όπως εσύ» του απάντησε χαμογελώντας κοροϊδευτικά.
Έκαναν ποδήλατο μέχρι την άκρη του Κάμπου πλάι-πλάι. Η Φανή του μιλούσε συνεχώς και του εξηγούσε πού οδηγεί κάθε δρομάκι που συναντούσαν. Ο Αλέκος την άκουγε και την ακολουθούσε μαγεμένος. Μέχρι τη στιγμή που σταμάτησαν και λίγο πριν χωριστούν, του είπε ότι την επόμενη μέρα θα έφευγε με τους δικούς της στην Αθήνα. Εκεί το όνειρο τελείωσε για τον Αλέκο. Την ευχαρίστησε ευγενικά και κίνησε να φύγει.
Πήγαινε άκρη-άκρη στο δρόμο παράλληλα με την ακτή. Στα μάτια του το μόνο που ερχόταν, ήταν το πρόσωπό της και το γάργαρο γέλιο της. Μπήκε στο σπίτι αμίλητος, κάθισε στο τραπέζι, έφαγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Όταν πια σκοτείνιασε, σηκώθηκε και βγήκε μια βόλτα τη θάλασσα. Περπάτησε ίσα με το τέλος της τσιμεντένιας σκάλας που έμπαινε στη θάλασσα και στάθηκε να κοιτάζει το είδωλο του φεγγαριού που καθρεπτίζονταν στα σκοτεινά νερά. Πάλι η μορφή της εμφανίστηκε. Πάλι η λευκή οπτασία μπροστά του.
Οι μέρες κύλησαν γρήγορα και ο Αλέκος ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε στη σχολή, πότε άρχισαν τα μαθήματα, πότε πέρασε ο καιρός. Ήταν όμως φορές που έμενε μόνος του και τη σκέφτονταν. Πόσο ήθελε να νιώσει και πάλι την αύρα του δικού του αερικού; Και περνούσαν οι μήνες, που γρήγορα έγιναν χρόνια. Άρχισαν και τα ταξίδια και η οπτασία του έγινε μια γλυκιά ανάμνηση, λουσμένη από το άρωμα ενός λεμονανθού.
Ο Αλέκος έγινε τελικά καπετάνιος. Και ταξίδευε. Όλο ταξίδευε. Στη Χίο επέστρεφε μόνο για λίγα εικοσιτετράωρα, για να δει τους δικούς του. Κι έφευγε πάλι. Όλο έλεγε να ψάξει να τη βρει και όλο το ανέβαλλε. Στο μεταξύ, το ψηλό λιγνό και ξερακιανό αγοράκι, είχε μεταμορφωθεί σε έναν ψηλό γεροδεμένο νεαρό και μάλιστα πολύ γοητευτικό. Οι γωνίες του προσώπου του, του χάριζαν μια ομορφιά που πολλοί άντρες θα ζήλευαν. Την καρδιά του προσπάθησαν να κλέψουν πολλές σειρήνες της στεριάς, καμιά όμως δεν μπόρεσε να τον μαγέψει και να τον κρατήσει περισσότερο από λίγο καιρό κοντά της. Σαν να ήταν δέσμιος μιας και μόνο μάγισσας, χωρίς να το ξέρει εκείνος. Πολλές φορές που την έφερνε στο μυαλό του, αναρωτιόταν πώς να ήταν άραγε τώρα, μετά από τόσα χρόνια. Θα τον θυμόταν που και που ή θα τον είχε ξεχάσει για πάντα; Τι θα μπορούσε να σημαίνει αλήθεια για εκείνη, μια αθώα, εξυπηρετική βόλτα με το ποδήλατο; Ίσως τίποτα. Ίσως μόνο για τον Αλέκο να σήμαινε πολλά…
Ήρθε όμως μια χρονιά, που η νοσταλγία του έγινε πιο έντονη. Εκείνο το Πάσχα θα το περνούσε στο νησί του. Είχε πάρει αρκετές μέρες άδεια και ήθελε να το περάσει με τα γεροντάκια του, όπως τους έλεγε. Η κυρά-Σταματία μόλις τον άκουσε από το τηλέφωνο να της ανακοινώνει ότι το Σάββατο των Βαΐων θα ήταν στο σπίτι, ξεσήκωσε τους πάντες. Ασβέστωσε την αυλή, το σπίτι, έβγαλε από τη σερβάντα κι έπλυνε ξανά και ξανά τα καλά σερβίτσια και τα κοφτά τραπεζομάντηλα. Ο ερχομός του μοναχογιού της ήταν σημαντικότερος από το Πάσχα. Ο κυρ-Νικόλας, συνταξιούχος πια, άρχισε πάλι να κερνά τους φίλους και συγχωριανούς στο καφενείο και να γυρνά στο σπίτι τραγουδώντας.
Ο Αλέκος γύρισε και η Μεγάλη εβδομάδα, έγινε ολόκληρη μια κυριακάτικη Λαμπρή. Απόλαυσε κάθε στιγμή περιποίησης της μάνας, πήγαινε παρέα στο καφενείο με τον πατέρα του που περπατούσε δίπλα του όλο καμάρι και ξενυχτούσε με τους παιδικούς του φίλους μέχρι τα ξημερώματα στα στέκια τους. Μέχρι που δήλωσε πρώτος και καλύτερος ότι θα παραστεί στον ρουκετοπόλεμο στο Βροντάδο. Έτσι κι έγινε. Και μετά την Ανάσταση ακολούθησε ο ρουκετοπόλεμος κι ύστερα τρελό ξεφάντωμα ως το πρωί.
Κόσμος περπατούσε χαρούμενος στα στενά της Χίου. Μαστίχα μύριζε παντού. Μαστίχα και πασχαλιά. Μια ανάκατη μπερδεμένη μυρωδιά, ικανή να μεθύσει και τον πιο ισχυρό. Η παρέα του Αλέκου κατέληξε σ’ ένα μπαράκι σχεδόν πάνω στο κύμα, κοντά στο λιμάνι. Κάθισαν σε μια γωνία στο μπαρ και παρήγγειλαν τα ποτά τους. Νέα παιδιά παντού, που χόρευαν, τραγουδούσαν και γελούσαν ξένοιαστα.
Ο Αλέκος σήκωσε το ποτήρι του για να πιει την τελευταία γουλιά από το ποτό του. Όπως το κράτησε στα χείλη του, είδε μέσα από τον πάτο του ποτηριού κάτι και στο μυαλό του ήρθε εκείνο το τραγούδι που λέει: «Σε βλέπω στο ποτήρι μου και πίνοντας σε πίνω!». Κι όμως, αυτό που έβλεπε δεν ήταν παραίσθηση. Ήταν αληθινό. Αυτή η κοπέλα που στεκόταν απέναντί του, του ήταν τόσο γνώριμη, που θα έδινε και όρκο ότι ήταν η οπτασία του. Τα μαλλιά της ξανθά όπως τότε, το δέρμα της άσπρο, τα μάτια της φωτεινά και το γέλιο της γάργαρο.
Σαν υπνωτισμένος κινήθηκε προς το μέρος της. Την χαιρέτισε και τη ρώτησε διστακτικά μήπως τη λένε Φανή. Όταν εκείνη του απάντησε θετικά, της θύμισε τη μία και μοναδική τους βόλτα. Η Φανή χάρηκε τόσο που τον είδε που άπλωσε αμέσως τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όλο το βράδυ έλεγαν τα νέα τους. Όσα δηλαδή είχε συμβεί στη ζωή τους από εκείνη τη μέρα μέχρι σήμερα. Έδωσαν ραντεβού την επόμενη έξω από το ίδιο μπαράκι, για να πάνε μια βόλτα στο νησί και να γνωριστούν καλύτερα. Η χημεία μεταξύ τους ήταν απίστευτη, αυτή η παράξενη λέξη που μόνο οι ερωτευμένοι την κατανοούν, απέφερε αλυσιδωτές αντιδράσεις κι εκρήξεις που ο φτερωτός θεός, δεν προλάβαινε να πετά τα βέλη του.
Τη δική τους Λαμπρή, την πέρασαν περπατώντας στα ζωγραφισμένα δρομάκια στο χωριό Πυργί, πίνοντας ούζο με άρωμα μαστίχας στα Μεστά και μεθυσμένοι από έρωτα κατέληξαν στους ανεμόμυλους του Βροντάδο, όπου την πήγε για να της δείξει τον τόπο του. Εκεί όπου ξενύχτισε για να την σκέφτεται παιδί. Εκεί όπου την κρατούσε τώρα στην αγκαλιά του και ήταν αυτός ο καπετάνιος της καρδιάς της… "
Δήμητρα Τράκα.
Τις ιστορίες των καπετάνιων μάλιστα, δεν χρειαζόταν και πολύ να τις φανταστεί. Τις είχε ακούσει τόσες πολλές φορές στο λιμανάκι του Βροντάδου, όταν καθόταν παρέα με τον πατέρα του στη βάρκα και τον βοηθούσε με τα δίχτυα. Μαζεύονταν γύρω τους κι άλλοι ψαράδες και όλοι μαζί μοιράζονταν τις ιστορίες τους ή άκουγαν τους απόμαχους ναυτικούς που καπεταναίοι κάποτε, γύριζαν όλο τον κόσμο.
Από μικρός νόμιζε πως η φυσική του μυρωδιά ήταν η θαλασσινή. Όσο κι αν φώναζε η μάνα του να μαζευτεί από την θάλασσα, χειμώνα-καλοκαίρι, εκείνος εκεί, αν δεν βασίλευε ο ήλιος για τα καλά, δεν ξεκολλούσε από κοντά της. Και φυσικά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ήθελε να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο. Ήθελε να είναι εκείνος που θα καταφέρει να δαμάσει τα κύματα και να τα υποτάξει στην ακόρεστη δίψα του για ταξίδια.
Εκείνο το καλοκαίρι, μόλις είχε τελειώσει τη τρίτη γυμνασίου και ανακοίνωσε στους γονείς του ότι ήθελε να κάνει τα χαρτιά του για να πάει στη σχολή Εμποροπλοιάρχων στον Ασπρόπυργο Αττικής. Ο πατέρας του όχι μόνο δέχτηκε την απόφασή του, αλλά καμάρωνε κιόλας. Ήξερε την αγάπη του για την θάλασσα και τη ζούσε κάθε φορά που τον έπαιρνε μαζί του τα καλοκαίρια για ψάρεμα. Μια ζωή ψαράς και το μόνο που απεύχονταν, ήταν να τον ακολουθήσει και ο γιος του. Τα σκληρά και σκασμένα του χέρια, του θύμιζαν συνεχώς ότι ο μοναχογιός του δεν έπρεπε να έχει την ίδια τύχη μ’ εκείνον. Πάλευε χρόνια ολόκληρα με την καθημερινή ψαριά του να τον μεγαλώσει και να τον σπουδάσει, αρκεί να μην τον δει να τον παιδεύει η θάλασσα. Και τώρα ο γιος του ήταν αυτός που ήθελε να παιδέψει τη θάλασσα, όπως έλεγε χαριτολογώντας ο κυρ-Νίκος.
Η μάνα του από την άλλη, έπεσε να πεθάνει. Η κυρά-Σταματία γνώρισε τον άντρα της εκεί, στην ίδια γειτονιά, μερικά σπίτια παρακάτω. Της τραγουδούσε ένα παλιό τραγούδι που έλεγε: «Γιατί δεν με θες κυρά μου, επειδή είμαι ψαράς;» και μια και δυο, δεν άργησε να τον ερωτευτεί. Αηδόνι ο κυρ-Νικόλας και τη μάγεψε. Όμως μια ολάκερη ζωή, από νιόπαντροι ακόμα, μέχρι και σήμερα, δεν παύει να σταυροκοπιέται και να προσεύχεται κάθε φορά που εκείνος φεύγει για τη δουλειά του. Νύχτες ολόκληρες έμενε μόνη της, όταν οι αγέρηδες παρέσερναν τη βάρκα του προς τα τουρκικά παράλια κι εκείνος πάσχιζε να τη γυρίσει πίσω. Μόνον σαν άκουγε τον ήχο από το μάνταλο της αυλόπορτας ηρεμούσε και πετάγονταν από την καρέκλα της να του ανοίξει την πόρτα και να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει και να κάνει ακόμα έναν μεγαλύτερο σταυρό, ευχαριστώντας τον Αϊ-Νικόλα που τον έφερε σώο στο σπιτικό τους.
Η κυρά-Σταματία λοιπόν, δεν άντεχε στην ιδέα ότι και το παιδί της αποφάσισε να θαλασσοπνίγεται κάθε τόσο κι αυτή να μένει στην ίδια καρέκλα ξάγρυπνη, όταν τα δελτία καιρού ήταν δυσοίωνα. Τον παρακάλεσε, τον ικέτεψε, γονάτισε στα πόδια του, όμως ο Αλέκος δεν άλλαζε γνώμη. Σκούπισε τότε τα μάτια της και του είπε:
«Αγόρι μου, ένα μόνο θα παρακαλάω στο Θεό από εδώ και πέρα. Να κρατά το τιμόνι σου και να σ’ οδηγεί μόνο σε ήρεμες θάλασσες».
Ο Αλέκος αφού πήρε και τη δική της ευχή, το πρώτο που έκανε, ήταν να κανονίσει ένα ταξίδι με τον πατέρα του στην Αθήνα, για να τακτοποιήσουν τα χαρτιά του για τις εξετάσεις στη σχολή και να δουν τι πρέπει να κάνουν παρακάτω. Αν λοιπόν, περνούσε στις εξετάσεις, από το φθινόπωρο θα ξεκινούσε μαθήματα και θα έμπαινε εσώκλειστος στη σχολή. Στρώθηκε στο διάβασμα και τα κατάφερε τελικά. Ο Αλέκος μπήκε στη σχολή εμποροπλοιάρχων και μάλιστα με τους καλύτερους βαθμούς, σχεδόν αριστούχος. Ο πατέρας του όταν το έμαθε, ξόδεψε όλο το μεροκάματο εκείνης της ημέρας σε κεράσματα στο καφενείο και το βράδυ που γύρισε σπίτι, τραγουδούσε γλυκά στην κυρά του, τραγούδια του καιρού τους. Η κυρά-Σταματία δε, μόνο προσεύχονταν, μόνο παρακαλούσε την Παναγιά και όλους τους Αγίους, να προσέχουν το παιδί της. Μέσα της χαίρονταν κι εκείνη και καμάρωνε και κάποιες στιγμές η ψυχή της αλάφρωνε από τα τραγούδια του κυρ-Νικόλα, όμως η έννοια της ήταν ο μοναχογιός της που θα έφευγε στα ξένα όπως έλεγε. Δεν είχε πάει ποτέ ούτε μέχρι την Αθήνα εκείνη και οπουδήποτε μακριά από το νησί της, έμοιαζε ξένο κι άγνωστο.
Τις λίγες μέρες που έμεναν μέχρι να φύγει για την Αθήνα ο Αλέκος, ήθελε να μαζέψει όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε από το νησί του, για να τις πάρει μαζί του. Εκείνο το πρωινό λοιπόν, σκέφτηκε να κάνει μια μεγαλύτερη βόλτα στη Χίο. Να πάει μέχρι τον Κάμπο. Να δει μια ακόμα φορά εκείνα τα τεράστια σπίτια που τα έκρυβαν οι μεγάλοι αυλόγυροι και που τα περισσότερα ήταν σπίτια ναυτικών. Ένα τέτοιο ονειρεύονταν να χτίσει κι αυτός για τους γονείς του μια μέρα που θα γινόταν μεγάλος και τρανός καπετάνιος. Ένα μεγάλο σπίτι, μ’ έναν τεράστιο αυλόγυρο, που θα κλείνει μέσα του περβόλια με οπωροφόρα δέντρα και στη μέση ένα πηγάδι με παγωμένο νερό που θα κάθεται. Όνειρα παιδικά, όνειρα εφηβικά, όνειρα που ήξερε πως μια μέρα θα τα πραγματοποιήσει.
Χάθηκε στο πυκνό δίκτυο μικρών δρόμων που χαρακτηρίζουν την περιοχή του Κάμπου και ακολουθώντας τη μυρωδιά των λεμονιών, περπατούσε για ώρες. Μπορεί να έκανε και κύκλους, όμως δεν σταμάταγε. Κοιτούσε διαρκώς ψηλά, σα να μπορούσε να δει μέσα από τους ψηλούς χτιστούς μαντρότοιχους, αλλά το μόνο που κατάφερνε να δει ήταν οι άκρες των κλαδιών κάθε λογής οπωροφόρων. Σαν μεθυσμένος, παραπατούσε που και που, στέκονταν και πηδούσε όσο πιο ψηλά μπορούσε, μπας και καταφέρει να δει τι έκρυβαν τα θεόρατα τείχη που ορθώνονταν εμπρός στα μάτια του.
Σε μια τέτοια προσπάθεια, παραπάτησε και έπεσε κατάχαμα. Πίσω του ακούστηκε ο ήχος από ένα κουδουνάκι ποδηλάτου. Μια λευκή οπτασία τον προσπέρασε και γέλασε δυνατά. Ένα χαρούμενο κοριτσίστικο γέλιο. Μια μεγάλη πόρτα άνοιξε και η λευκή οπτασία με τα μακριά ξανθά μαλλιά χάθηκε καθώς έκλεινε πίσω της η τεράστια ξύλινη πόρτα. Δεν πρόλαβε να δει ούτε το πρόσωπό της. Δεν πρόλαβε να καταλάβει αν ήταν ξύπνιος ή ονειρεύονταν. Πέρασε πλάι του σαν αερικό και χάθηκε…
Σηκώθηκε, τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του και πλησίασε την πόρτα που έκρυβε το όνειρό του. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε. Η κοριτσίστικη φωνή γελούσε ακόμα, αλλά ταυτόχρονα ακούστηκε και μια γυναικεία φωνή.
«Φανούλα μου γύρισες;»
«Ναι, μαμά. Έκανα μια μεγάλη βόλτα κι έφτασα σχεδόν μέχρι τη χώρα. Αύριο το πρωί θα ξαναπάω».
«Να πας παιδί μου. Σε λίγες μέρες θα φύγουμε και δεν θα ξαναβρείς τέτοιο παράδεισο. Κοίτα να τον χορτάσεις».
Οι φωνές ήταν αληθινές. Άρα δεν ονειρεύονταν. Ο Αλέκος έμεινε λίγο ακόμα, αλλά οι φωνές χάθηκαν. Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Κοίταξε το ρολόι του και συνειδητοποίησε ότι ο πατέρας του θα τον περίμενε εδώ και ώρα στο καφενείο όπου είχαν δώσει ραντεβού. Καθώς περπατούσε κι έμπαινε σιγά-σιγά στους δρόμους της πόλης και στη φασαρία, σκεφτόταν συνεχώς εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που σωριάστηκε και η λευκή οπτασία πέρασε σαν άνεμος και χάθηκε. Μέσα στις σκέψεις του, συνειδητοποίησε όμως και κάτι ακόμα. Η φωνή της Φανούλας, της οπτασίας δηλαδή, είπε ότι και αύριο θα πάει την ίδια βόλτα. Άρα και αύριο το πρωί θα περιφέρεται κάπου εκεί στον Κάμπο με το ποδήλατό της. Ήταν λοιπόν μια καλή ευκαιρία, να διαπιστώσει ότι όλο αυτό δεν ήταν όνειρο, αλλά πραγματικότητα.
Έτσι, το επόμενο πρωί πήγε και πάλι στον Κάμπο, λέγοντας στους γονείς του ότι ήθελε να συναντήσει κάποιους φίλους στη Χίο και να τους χαιρετίσει. Δυσκολεύτηκε λίγο, αλλά τελικά κατάφερε να ανακαλύψει τη μεγάλη ξύλινη πόρτα. Είχε βάλει σημάδι ένα μαύρο τετράγωνο σχέδιο που ήταν σκαλισμένο επάνω της και όμοιό της δεν είχε καμία άλλη σε όλο τον Κάμπο. Αυτή τη φορά είχε πάει κι εκείνος με το ποδήλατο κι έφερνε βόλτες για ώρα στη γειτονιά.
Ώσπου, κάποια στιγμή, κοντά στο μεσημέρι, η λευκή οπτασία ξαναεμφανίστηκε. Καθώς ερχόταν από μακριά και τα ξανθά μαλλιά της ανέμιζαν, ήταν ολόιδια με νεράιδα. Το κάτασπρο φόρεμά της και η λευκή της σάρκα την έκαναν να μοιάζει ψεύτικη, σαν πορσελάνινη κούκλα. Τον είδε που έκανε κύκλους έξω από την πόρτα και σταμάτησε, πριν χαθεί και πάλι μέσα της.
«Ψάχνεις κάτι;» τον ρώτησε.
«Ναι, χάθηκα μέσα στους στενούς δρόμους και δεν ξέρω πώς να γυρίζω πίσω» απάντησε ο Αλέκος που είχε σκεφτεί από πριν τις πιθανές κουβέντες που θα άνοιγε μαζί της όταν την έβλεπε.
«Δεν είσαι από εδώ;» τον ξαναρώτησε.
«Είμαι, αλλά όχι από τον Κάμπο. Από το Βροντάδο είμαι» είπε ο Αλέκος.
«Ούτε κι εγώ είμαι από εδώ, αλλά τον Κάμπο τον έμαθα από έξω κι ανακατωτά» είπε η Φανή.
«Από πού είσαι;» τη ρώτησε.
«Μένω με τους γονείς μου στην Αθήνα. Εδώ ερχόμαστε κάποια καλοκαίρια. Το σπίτι είναι του παππού μου κι ερχόμαστε για διακοπές» εξήγησε με μια ανάσα η Φανή.
Όσο του μιλούσε, ο Αλέκος την παρατηρούσε από πάνω έως κάτω. Ήταν περίπου στην ηλικία του, όμορφη, αλλά κυρίως αληθινή!
«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε.
«Αλέκο. Αλέκο με λένε. Εσένα;» απάντησε ξαφνιασμένος.
«Φανή. Λοιπόν, θες να σου δείξω το δρόμο για τη Χίο ή θα συνεχίσεις να κάνεις βόλτες έξω από την πόρτα μου;» του είπε και χαμογέλασε σαν να είχε καταλάβει πολλά περισσότερα από όσα είχε πει ο Αλέκος.
«Θα έρθεις μαζί μου μέχρι εκεί;»
«Ναι. Εγώ δεν χάνομαι βλέπεις κι ας μην είμαι από εδώ όπως εσύ» του απάντησε χαμογελώντας κοροϊδευτικά.
Έκαναν ποδήλατο μέχρι την άκρη του Κάμπου πλάι-πλάι. Η Φανή του μιλούσε συνεχώς και του εξηγούσε πού οδηγεί κάθε δρομάκι που συναντούσαν. Ο Αλέκος την άκουγε και την ακολουθούσε μαγεμένος. Μέχρι τη στιγμή που σταμάτησαν και λίγο πριν χωριστούν, του είπε ότι την επόμενη μέρα θα έφευγε με τους δικούς της στην Αθήνα. Εκεί το όνειρο τελείωσε για τον Αλέκο. Την ευχαρίστησε ευγενικά και κίνησε να φύγει.
Πήγαινε άκρη-άκρη στο δρόμο παράλληλα με την ακτή. Στα μάτια του το μόνο που ερχόταν, ήταν το πρόσωπό της και το γάργαρο γέλιο της. Μπήκε στο σπίτι αμίλητος, κάθισε στο τραπέζι, έφαγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Όταν πια σκοτείνιασε, σηκώθηκε και βγήκε μια βόλτα τη θάλασσα. Περπάτησε ίσα με το τέλος της τσιμεντένιας σκάλας που έμπαινε στη θάλασσα και στάθηκε να κοιτάζει το είδωλο του φεγγαριού που καθρεπτίζονταν στα σκοτεινά νερά. Πάλι η μορφή της εμφανίστηκε. Πάλι η λευκή οπτασία μπροστά του.
Οι μέρες κύλησαν γρήγορα και ο Αλέκος ούτε κατάλαβε πότε βρέθηκε στη σχολή, πότε άρχισαν τα μαθήματα, πότε πέρασε ο καιρός. Ήταν όμως φορές που έμενε μόνος του και τη σκέφτονταν. Πόσο ήθελε να νιώσει και πάλι την αύρα του δικού του αερικού; Και περνούσαν οι μήνες, που γρήγορα έγιναν χρόνια. Άρχισαν και τα ταξίδια και η οπτασία του έγινε μια γλυκιά ανάμνηση, λουσμένη από το άρωμα ενός λεμονανθού.
Ο Αλέκος έγινε τελικά καπετάνιος. Και ταξίδευε. Όλο ταξίδευε. Στη Χίο επέστρεφε μόνο για λίγα εικοσιτετράωρα, για να δει τους δικούς του. Κι έφευγε πάλι. Όλο έλεγε να ψάξει να τη βρει και όλο το ανέβαλλε. Στο μεταξύ, το ψηλό λιγνό και ξερακιανό αγοράκι, είχε μεταμορφωθεί σε έναν ψηλό γεροδεμένο νεαρό και μάλιστα πολύ γοητευτικό. Οι γωνίες του προσώπου του, του χάριζαν μια ομορφιά που πολλοί άντρες θα ζήλευαν. Την καρδιά του προσπάθησαν να κλέψουν πολλές σειρήνες της στεριάς, καμιά όμως δεν μπόρεσε να τον μαγέψει και να τον κρατήσει περισσότερο από λίγο καιρό κοντά της. Σαν να ήταν δέσμιος μιας και μόνο μάγισσας, χωρίς να το ξέρει εκείνος. Πολλές φορές που την έφερνε στο μυαλό του, αναρωτιόταν πώς να ήταν άραγε τώρα, μετά από τόσα χρόνια. Θα τον θυμόταν που και που ή θα τον είχε ξεχάσει για πάντα; Τι θα μπορούσε να σημαίνει αλήθεια για εκείνη, μια αθώα, εξυπηρετική βόλτα με το ποδήλατο; Ίσως τίποτα. Ίσως μόνο για τον Αλέκο να σήμαινε πολλά…
Ήρθε όμως μια χρονιά, που η νοσταλγία του έγινε πιο έντονη. Εκείνο το Πάσχα θα το περνούσε στο νησί του. Είχε πάρει αρκετές μέρες άδεια και ήθελε να το περάσει με τα γεροντάκια του, όπως τους έλεγε. Η κυρά-Σταματία μόλις τον άκουσε από το τηλέφωνο να της ανακοινώνει ότι το Σάββατο των Βαΐων θα ήταν στο σπίτι, ξεσήκωσε τους πάντες. Ασβέστωσε την αυλή, το σπίτι, έβγαλε από τη σερβάντα κι έπλυνε ξανά και ξανά τα καλά σερβίτσια και τα κοφτά τραπεζομάντηλα. Ο ερχομός του μοναχογιού της ήταν σημαντικότερος από το Πάσχα. Ο κυρ-Νικόλας, συνταξιούχος πια, άρχισε πάλι να κερνά τους φίλους και συγχωριανούς στο καφενείο και να γυρνά στο σπίτι τραγουδώντας.
Ο Αλέκος γύρισε και η Μεγάλη εβδομάδα, έγινε ολόκληρη μια κυριακάτικη Λαμπρή. Απόλαυσε κάθε στιγμή περιποίησης της μάνας, πήγαινε παρέα στο καφενείο με τον πατέρα του που περπατούσε δίπλα του όλο καμάρι και ξενυχτούσε με τους παιδικούς του φίλους μέχρι τα ξημερώματα στα στέκια τους. Μέχρι που δήλωσε πρώτος και καλύτερος ότι θα παραστεί στον ρουκετοπόλεμο στο Βροντάδο. Έτσι κι έγινε. Και μετά την Ανάσταση ακολούθησε ο ρουκετοπόλεμος κι ύστερα τρελό ξεφάντωμα ως το πρωί.
Κόσμος περπατούσε χαρούμενος στα στενά της Χίου. Μαστίχα μύριζε παντού. Μαστίχα και πασχαλιά. Μια ανάκατη μπερδεμένη μυρωδιά, ικανή να μεθύσει και τον πιο ισχυρό. Η παρέα του Αλέκου κατέληξε σ’ ένα μπαράκι σχεδόν πάνω στο κύμα, κοντά στο λιμάνι. Κάθισαν σε μια γωνία στο μπαρ και παρήγγειλαν τα ποτά τους. Νέα παιδιά παντού, που χόρευαν, τραγουδούσαν και γελούσαν ξένοιαστα.
Ο Αλέκος σήκωσε το ποτήρι του για να πιει την τελευταία γουλιά από το ποτό του. Όπως το κράτησε στα χείλη του, είδε μέσα από τον πάτο του ποτηριού κάτι και στο μυαλό του ήρθε εκείνο το τραγούδι που λέει: «Σε βλέπω στο ποτήρι μου και πίνοντας σε πίνω!». Κι όμως, αυτό που έβλεπε δεν ήταν παραίσθηση. Ήταν αληθινό. Αυτή η κοπέλα που στεκόταν απέναντί του, του ήταν τόσο γνώριμη, που θα έδινε και όρκο ότι ήταν η οπτασία του. Τα μαλλιά της ξανθά όπως τότε, το δέρμα της άσπρο, τα μάτια της φωτεινά και το γέλιο της γάργαρο.
Σαν υπνωτισμένος κινήθηκε προς το μέρος της. Την χαιρέτισε και τη ρώτησε διστακτικά μήπως τη λένε Φανή. Όταν εκείνη του απάντησε θετικά, της θύμισε τη μία και μοναδική τους βόλτα. Η Φανή χάρηκε τόσο που τον είδε που άπλωσε αμέσως τα χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όλο το βράδυ έλεγαν τα νέα τους. Όσα δηλαδή είχε συμβεί στη ζωή τους από εκείνη τη μέρα μέχρι σήμερα. Έδωσαν ραντεβού την επόμενη έξω από το ίδιο μπαράκι, για να πάνε μια βόλτα στο νησί και να γνωριστούν καλύτερα. Η χημεία μεταξύ τους ήταν απίστευτη, αυτή η παράξενη λέξη που μόνο οι ερωτευμένοι την κατανοούν, απέφερε αλυσιδωτές αντιδράσεις κι εκρήξεις που ο φτερωτός θεός, δεν προλάβαινε να πετά τα βέλη του.
Τη δική τους Λαμπρή, την πέρασαν περπατώντας στα ζωγραφισμένα δρομάκια στο χωριό Πυργί, πίνοντας ούζο με άρωμα μαστίχας στα Μεστά και μεθυσμένοι από έρωτα κατέληξαν στους ανεμόμυλους του Βροντάδο, όπου την πήγε για να της δείξει τον τόπο του. Εκεί όπου ξενύχτισε για να την σκέφτεται παιδί. Εκεί όπου την κρατούσε τώρα στην αγκαλιά του και ήταν αυτός ο καπετάνιος της καρδιάς της… "
Δήμητρα Τράκα.
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014
Οκτώβρης, καινούργιο τεύχος και μάλιστα αφιερωμένο στην πόλη μου τη Θεσσαλονίκη!!!
Σας αφήνω να το απολαύσετε...
Το άρθρο μου φέρει τον τίτλο "Μείνε στη Θεσσαλονίκη. Εδώ όλα είναι χαλαρά, σε λέω!"
και είναι γραμμένο για το τεύχος Οκτωβρίου του Περιοδικού Αναζητήσεις.
Σας αφήνω να το απολαύσετε...
Το άρθρο μου φέρει τον τίτλο "Μείνε στη Θεσσαλονίκη. Εδώ όλα είναι χαλαρά, σε λέω!"
και είναι γραμμένο για το τεύχος Οκτωβρίου του Περιοδικού Αναζητήσεις.
«Μείνε στη
Θεσσαλονίκη. Εδώ όλα είναι
χαλαρά, σε λέω!»
Γράφει η
Δήμητρα Τράκα
Με φωνάζουν Πολ, αλλά κάποτε με βάφτισαν Παύλο, γιατί
γεννήθηκα ανήμερα της γιορτής Πέτρου και Παύλου. Ακόμα και οι γονείς μου το
έχουν ξεχάσει ή τουλάχιστον θέλουν να το έχουν ξεχάσει. Δεν είναι και λίγα τα
σαράντα χρόνια στην ξενιτιά βλέπεις.
«Μείνε στη Θεσσαλονίκη. Εδώ όλα είναι χαλαρά, σε λέω!» μια
φράση που δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξεχάσω ποτέ, γιατί μου άλλαξε τη ζωή. Μια
ζωή στρωμένη, εύκολη, ιδανική. Μια ζωή όμως άδεια. Μια ζωή που απέτυχα να την
γεμίσω μία φορά και τώρα προσπαθώ να ξαναρχίσω από την αρχή.
Καλύτερα όμως να σας τα πω και από την αρχή, για να
καταλάβετε, γιατί αν συνεχίσω να μιλάω ασυνάρτητα πιο πολύ θα μοιάζω με τρελό
που χάθηκε, παρά με λογικό που ξαναγεννήθηκε.
Σαράντα χρόνια είπα πριν; Ε, πες σαράντα και κάτι ψιλά.
Κόντευα να γίνω ενός, όταν μαζί με τη μάνα μου μπήκαμε στο τρένο, που θα μας
πήγαινε στη Γερμανία. Ο πατέρας μου είχε φύγει πρώτος, αλλά επειδή η μάνα μου
ήταν σε ενδιαφέρουσα δεν τον ακολούθησε. Μόλις όμως ξεπετάχτηκα σαν μωρό λίγο
και ετοιμάστηκαν τα χαρτιά μας, με πήρε και πήγαμε κι εμείς κοντά του.
Οικονομικούς μετανάστες τους έλεγαν τότε, όσους έφευγαν από την πατρίδα τους
για να βρουν μια καλύτερη τύχη. Εγώ σήμερα, τους λέω ονειροπόλους, αλλά
κινούμενους προς λάθος κατεύθυνση. Έκαναν όνειρα φεύγοντας για ένα καλύτερο
αύριο. Και δεν είναι ψέμα ότι πολλοί το βρήκαν. Κάποιοι παρέμειναν και
συνέχισαν τη ζωή τους εκεί και κάποιοι επέστρεψαν μόλις μάζεψαν όσα
χρειάζονταν.
Δεν ξέρω πώς ήταν τα πράγματα κάποτε, πριν σαράντα χρόνια
στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη, ούτε και μπορώ να θυμηθώ βέβαια,
αφού ήμουν πολύ μικρός, αλλά τώρα που γύρισα, δεν μπορώ να καταλάβω πώς άντεξαν
κι έφυγαν από αυτόν τον τόπο. Το μόνο που παρακαλάω τον Θεό τώρα, είναι να μην
χρειαστεί να ακολουθήσω κι εγώ τα βήματα των γονιών μου.
Φύγαμε λοιπόν και όταν φτάσαμε στο Μόναχο, δεν μας περίμενε
κανείς. Ο πατέρας μου είχε βάρδια στο εργοστάσιο και δεν μπορούσε να έρθει να
μας παραλάβει. Η μάνα μου άρχισε να ρωτά δεξιά και αριστερά στα ελληνικά
βέβαια, αφού δεν ήξερε λέξη γερμανικά, όποιον έβλεπε μπροστά της και του
έδειχνε ένα χαρτί που έγραφε τη διεύθυνση που της είχε στείλει ο πατέρας μου.
Το χαρτί ήταν ένα κομμάτι από τον φάκελο που περιείχε ένα από τα γράμματα που
της έστελνε. Έτσι, μετά από ώρα, ενώ την παρατηρούσε ένας σταθμάρχης να ψάχνει
εδώ κι εκεί, την πλησίασε και της εξήγησε, δεν ξέρω κι εγώ πώς, ότι έπρεπε να
ανέβουμε σε ένα άλλο τρένο και σε λίγα λεπτά θα ήμασταν εκεί που έγραφε το
χαρτί. Τη βοήθησε να βγάλει το εισιτήριο και της κουβάλησε τη ξύλινη βαλίτσα
επάνω στο βαγόνι. Η μάνα μου ακόμα τον μελετάει εκείνο τον άνθρωπο στις
προσευχές της και παρακαλεί το Θεό να τον έχει καλά.
Όταν φτάσαμε κάποια στιγμή τέλος πάντων στο σπίτι του πατέρα
μου, ποιο σπίτι δηλαδή, σε μια κάμαρη όλη κι όλη, εκείνος μόλις είχε μπει μέσα
και μας περίμενε. Είχε νυχτώσει και ήμασταν όλοι κουρασμένοι. Η μάνα μου με
είπε, ότι εκείνο το βράδυ το μόνο που πρόφτασαν να πουν είναι μια καληνύχτα και
να κοιμηθούμε όλοι μαζί, στριμωγμένοι στο ίδιο κρεβάτι, σ’ αυτό το ένα από τα
ελάχιστα έπιπλα της κάμαρας.
Μέσα σε μια εβδομάδα, ήθελαν δεν ήθελαν προσαρμόστηκαν στις
καινούργιες συνθήκες. Δούλευαν βάρδιες εναλλάξ για να είναι κάποιος σπίτι και
να με προσέχει. Μόνον όταν μεγάλωσα λίγο και άρχισα να πηγαίνω σχολείο, οι
γονείς μου κάπως ξεκουράστηκαν. Κάπως όμως, όχι τελείως. Γιατί τότε άρχισε
καινούργιος αγώνας. Τις ώρες που ήμουν εγώ στο σπίτι και διάβαζα, όποιος από
τους δύο τύχαινε να μην δουλεύει, καθόταν μαζί μου και διάβαζε κι εκείνος. Αυτό
γινόταν μέχρι να βγάλω το δημοτικό. Μέχρι εκεί έφταναν τα γράμματα που τους
χρειάζονταν, για να μπορούν να συνεννοηθούν καλύτερα στα γερμανικά. Από εκεί
και πέρα, μου έλεγαν πως όσα παραπάνω και να μάθαινα θα ήταν για δικό μου καλό,
για εκείνους δεν ήταν άλλο πια απαραίτητο.
Τότε δεν το κατάλαβα, αλλά όταν κατάφερα και μπήκα σε μια
σχολή οικονομικών και είδα τη χαρά τους μόλις αποφοίτησα και βρήκα αμέσως
δουλειά, τότε αντιλήφθηκα πόσο δίκιο είχαν. Ως τότε βέβαια, δεν μέναμε πια σ’
εκείνη την κάμαρα, αλλά σε ένα μικρό διαμέρισμα σε μια μικρή πόλη κοντά στο
Μόναχο. Εκεί ήταν πιο κοντά στο εργοστάσιο που δούλευαν οι γονείς μου. Και
φυσικά, εκεί μένουν ακόμα οι δυο τους. Συνταξιούχοι κι ευτυχισμένοι που πρόκοψα
εγώ κι ας στερήθηκαν μια ολάκερη ζωή εκείνοι.
Όταν τελείωσα με το Πανεπιστήμιο κι επειδή είχα καλούς
βαθμούς, ένας καθηγητής μου με σύστησε σε κάποιον γνωστό του, που έχει ένα
εργοστάσιο που κατασκευάζει μηχανήματα παραγωγής διαφόρων υλικών. Εκεί με πήραν
στην αρχή σαν βοηθό στο λογιστήριο, μέχρι να μάθω τα κατατόπια. Μέσα σε δυο
χρόνια όμως, όταν πια είχα φτάσει στα είκοσι επτά, έγινα κι εγώ ένα από τα
υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρείας, γιατί όπως έλεγε ο καθηγητής μου, το μυαλό
μου είναι ξουράφι. Η αλήθεια είναι, πως συμμετείχα ενεργά στην επίλυση κάποιων
σημαντικών οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας και ο διευθυντής το εκτίμησε
δεόντως κι έτσι μου πρότεινε μια καλή προαγωγή κι έφτασα εδώ που έφτασα σήμερα.
Παρέλειψα να σας πω, ίσως όχι τυχαία, αλλά επειδή δεν θέλω να
αναφέρομαι συχνά σε αυτό το θέμα γιατί ακόμα με πονάει λιγάκι, πως όσο σπούδαζα
γνώρισα μια κοπέλα. Την ερωτεύτηκα τρελά και μέσα σε έναν χρόνο παντρευτήκαμε
κιόλας. Επειδή ακόμα ήμασταν όμως φοιτητές, στην αρχή μέναμε μαζί με τους
γονείς μου κι αργότερα νοικιάσαμε μια γκαρσονιέρα και μείναμε μόνοι μας. Ο
έρωτας όμως, μάλλον δεν ήταν αρκετός για να καλύψει κάποιες επιπλέον ανάγκες
μας και σύντομα, με τη δικαιολογία της ασυμφωνίας χαρακτήρων, το διαλύσαμε. Μου
κόστισε, γιατί έκανα όνειρα με αυτή τη κοπέλα, αλλά ως φαίνεται δεν ήταν κοινά
με τα δικά της. Εκείνη βιάζονταν να τα πραγματοποιήσει πιο γρήγορα, ενώ εγώ
περίμενα πάντα την κατάλληλη στιγμή. Έτσι, επέστρεψα στους δικούς μου για να
μην έχω επιπλέον έξοδα, γιατί ακόμα ο μισθός μου δεν ήταν και πολύ μεγάλος κι
έπειτα δεν άντεχα να μένω κάπου, όπου όλα γύρω μου θύμιζαν εκείνη.
Στο μεταξύ μέχρι τώρα, έκανα κι άλλες σχέσεις, όχι κάτι
σοβαρό, αλλά δεν άφησα να με πάρει από κάτω. Άλλωστε παραδέχομαι ότι πάντα
ήμουν, είμαι και θα είμαι λάτρης του ωραίου φύλου, μέχρι να βρεθεί η μία και
μοναδική. Στη δουλειά μου τα πήγαινα όλο και καλύτερα, μέχρι που έφτασα στο
σημείο να αναλάβω τις συμφωνίες που κλείνονταν εκτός συνόρων της χώρας. Κάπως
έτσι βρέθηκα και πάλι πίσω στην Ελλάδα.
Τέλη Ιουλίου, είχα κανονίσει αφού πρώτα κλείσω τη δουλειά με
την εταιρεία στην οποία με έστειλαν να συζητήσω, να πάρω ένα μήνα άδεια και να
τον περάσω την Ελλάδα. Και όπως ήρθαν τα πράγματα στο τέλος, δεν έφυγα ποτέ πια
πίσω. Επέστρεψα στη Γερμανία δηλαδή να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες της
δουλειάς μετά τη λήξη της άδειάς μου, να αποχαιρετίσω τους γονείς μου, αφού δεν
ήθελαν προς το παρόν να με ακολουθήσουν και να γυρίσω πίσω εκεί όπου ανήκω
τελικά.
Το πατρικό μου στην Αγίου Δημητρίου, απέναντι ακριβώς από την
εκκλησία του πολιούχου αγίου, ήταν άδειο εκείνη την εποχή. Όταν έφυγα με την
μάνα μου, είχε αναλάβει μια θεία μου να το νοικιάζει και να μας στέλνει τα
χρήματα και τα τελευταία χρόνια το νοίκιαζε σε φοιτητές, γιατί τους βόλευε η
περιοχή. Τα καλοκαίρια όμως ήταν πάντα άδειο. Αποφάσισα να μείνω στο σπίτι μου
λοιπόν, ήταν κι επιπλωμένο, έτσι το νοικιάζαμε και βολεύτηκα μια χαρά.
Δυο τετράγωνα μακριά μένει και η θεία μου που έχει δυο γιους
περίπου στην ηλικία μου και είχα και παρέα στην Ελλάδα από την πρώτη στιγμή.
Μέσα στην πρώτη εβδομάδα είχα τελειώσει με τη δουλειά που είχα να κάνω και
γρήγορα ξεκίνησε η άδειά μου. Τα ξαδέρφια μου, ο Γρηγόρης και ο Κυριάκος
φρόντισαν να μου κάνουν ξεναγήσεις σχεδόν σε όλη τη Θεσσαλονίκη, αλλά πολλές
φορές επειδή ήμουν πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης έβγαινα και περπατούσα με τα
πόδια.
Περπάτησα ώρες μέσα στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Με
χτύπησαν χαρμάνια φτιαγμένα με μεράκι. Αγόρασα φρέσκα λουλούδια από τα
Λουλουδάδικα και τα έβαλα σ’ ένα βάζο στο σπίτι μου. Ψώνισα κρέατα ντόπια και
λαχανικά από το Καπάνι, για να τα πάω στη θεία μου να μας μαγειρέψει ένα βράδυ.
Κάθε μέρα μου είχε και κάτι νόστιμο αφημένο στην κουζίνα μου όταν γύριζα από
τις βόλτες μου, σήμερα ήθελα να της ψωνίζω εγώ για να μας τα ετοιμάσει. Και
λίγο πριν γυρίσω σπίτι, πέρασα από την Αριστοτέλους και μπήκα σ’ ένα από τα
παλιά γνωστά ζαχαροπλαστεία, μια μεγάλη τούρτα για να τους γλυκάνω και να τους
ευχαριστήσω που με δέχτηκαν στην οικογένειά τους σαν ισότιμο μέλος της.
Τις επόμενες μέρες, πήραν ρεπό τα ξαδέρφια μου εναλλάξ και
πήγαμε για μπάνιο σε κοντινές παραλίες. Η ζέστη που για εκείνους ήταν
αποπνικτική, για εμένα ήταν πολύ ευχάριστη και δεν με ενοχλούσε καθόλου.
Δούλευαν και οι δύο στο κατάστημα υποδημάτων του πατέρα τους και δεν ήθελαν να
τον αφήνουν τελείως μόνο. Εγώ πάλι, όταν πήγαινα να δω τον θείο μου κάθε φορά
που κατέβαινα στο κέντρο, μου άρεσε να κάθομαι έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού.
Το κατάστημα ήταν πάνω στην Εγνατία, στον κεντρικότερο δρόμο
της Θεσσαλονίκης. Από εκεί περνούσαν όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς και μπορούσε
κανείς να πάει σε οποιοδήποτε σημείο της πόλης από εκεί. Ακόμα και οι διαβάτες
που άσχετα με τον προορισμό τους και τον λόγο που βρέθηκαν στο κέντρο, ένα
πέρασμα από την Εγνατία το έκαναν πάντα. Αυτούς μου άρεσε να χαζεύω. Τους
περαστικούς. Οι άνθρωποι σε αυτή την πόλη έχουν έναν παράξενα γοητευτικό τρόπο
να κινούνται. Πότε θα είναι βιαστικοί και πότε χαλαροί. Πότε χαρούμενοι και
πότε σκυθρωποί. Πότε κουρασμένοι και πότε ξεκούραστοι. Κάθε φορά πάντως που
περνούν από ένα κατάστημα, θα σταθούν έστω και για λίγα δευτερόλεπτα και θα
χαζέψουν στη βιτρίνα του.
Μου έκανε εντύπωση δε, ότι ακόμα και οι βιαστικοί δεν
περπατούσαν με το κεφάλι χαμηλά. Έτρεχαν μεν, με το κεφάλι να κοιτάζει γύρω δε.
Σαν να μην βιάζονταν ένα πράγμα. Άσχετα αν κοιτούσαν συχνά πυκνά το ρολόι τους.
Και φυσική κατάληξη των περισσότερων που κινούνταν στο κέντρο είτε για δουλειά
είτε για βόλτα, ήταν η παραλία και ο καφές μπροστά στη θάλασσα. Ακόμα κι αν
χρειαζόταν να περιμένουν στην ουρά για ένα τραπεζάκι, επέμεναν να στέκονται
όρθιοι μέχρι κάποιο να αδειάσει. Κάθε μαγαζί και ένα διαφορετικό στέκι. Κάθε
τραπεζάκι και ένα διαφορετικό θέμα συζήτησης. Και καθόλου απίθανο, με αφορμή
για παράδειγμα την αναζήτηση ενός χαμένου αναπτήρα, η παρέα μπορεί και να
μεγάλωνε.
Τότε ήταν που άκουσα τον θείο να μου λέει αυτή τη φράση:
«Μείνε στη Θεσσαλονίκη. Εδώ όλα είναι χαλαρά, σε λέω!» μου
είπε όταν με είδε να κοιτάζω γύρω μου κάπως ‘ζηλιάρικα’. Κατάλαβε ότι αυτό που
έβλεπα γύρω μου, μου άρεσε και ήθελα να το ζήσω. Ή μάλλον κατάλαβε, ότι αυτή η
πόλη με μάγεψε, με πλάνεψε, με έριξε στα δίχτυα της σαν γυναίκα και με
φυλάκισε, μην αφήνοντάς με να την αποχωριστώ ποτέ πια.
Ακόμα και στο τέλος της ημέρας, τίποτε δεν ηρεμούσε για να
ξεκινήσει την επομένη από την αρχή. Αυτή η πόλη δεν κοιμάται ποτέ τελικά, αλλά
κυρίως δεν βιάζεται καθόλου. Ίσως γι’ αυτό και αντέχει τόσα χρόνια η ομορφιά
της. Όπου και να σταθείς, όλο και κάτι όμορφο θα δεις.
Από την παραλία της, με φύλακά της τον Μέγα Αλέξανδρο, λίγο
πιο πέρα από τον Λευκό Πύργο. Από τα Κάστρα και την Άνω Πόλη, που απλώνεται όλη
η Θεσσαλονίκη στα πόδια σου. Από τις άπειρες εκκλησίες της που κρατούν καλά
κρυμμένους τους θησαυρούς της πίστης μας και μαρτυρούν όσα πέρασε η πόλη μέσα
στο χρόνο. Από τα μουσεία που φέρουν στο φως τη βαριά ιστορία των προγόνων και
των εποχών.
Ή μήπως από τους ανθρώπους; Τους μερακλήδες, τις νοικοκυρές,
τους έμπορους και τους βιοπαλαιστές. Τους γηραιότερους που ακόμα θυμούνται και
πασχίζουν να μην ξεχάσουν για να παραδώσουν στους νεότερους που προσπαθούν να
διατηρήσουν, κάποιες φορές ίσως λίγο άγαρμπα, αλλά στο τέλος τα καταφέρνουν.
Έτσι δεν γίνεται σε κάθε τόπο; Ο άνθρωπος προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό ότι
αγαπά και τον τόπο του πάντα τον αγαπά…
Σε
αυτή την πόλη γεννήθηκα και μεγάλωσα κι εγώ αγαπητοί μου αναγνώστες. Στην
Θεσσαλονίκη. Ταξίδεψα σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Γνώρισα και αγάπησα τόπους
και ανθρώπους. Όμως πάντα επιστρέφω εδώ! Δήμητρα Τράκα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



































