Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Ταξιδεύω... για εμένα!!!

Γράφει η Δήμητρα Τράκα


Γεννήθηκα λέει πριν από τριάντα και βάλε χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Αλήθεια; Ψέμματα; Τι να σας πω, εγώ δεν θυμάμαι τίποτα. Έτσι μου είπαν, έτσι σας λέω!
Αυτό που θυμάμαι όμως αρκετά καλά, είναι εμένα μέσα σε ένα αυτοκίνητο σχεδόν κάθε μέρα. Κάθε μέρα άλλαζα γειτονιές, γιατί τα σαββατοκύριακα το δρομολόγιο άλλαζε κι έβγαινε εκτός πόλης. Κι αυτοκίνητα άλλαζα. Πότε ήταν κόκκινο, πότε κόκκινο με μαύρο και πότε άσπρο. Όλα όμως, είχαν δύο χαρακτηριστικά. Έκαναν πολύ θόρυβο. Αργότερα, σαν μεγάλωσα, μου είπαν ότι ήταν αγωνιστικά, γι' αυτό βούιζαν τόσο πολύ και ειδικά όταν μπαίναμε στις στροφές του δάσους λίγο έξω από το χωριό. Και δεύτερον, άλλαζα οδηγούς. Πότε οδηγούσε ο μπαμπάς και πότε ο παππούς. Το πρόσωπο άλλαζε ανάλογα με την εποχή του χρόνου, αλλά και με τις βάρδιες της δουλειάς του μπαμπά μου. 
Ώσπου μια μέρα, στον κεντρικό καθρέφτη του αυτοκινήτου κοίταξα στη θέση του οδηγού εμένα. Μετά βίας έφτανα στα πεντάλ κι ας είχα το κάθισμα τραβηγμένο τέρμα μπροστά. Αφού ήμουν μόλις δεκάξι χρονών. Ήταν τότε που έπαιρνα κρυφά το αμάξι, για να πάω μια βόλτα να εξερευνήσω τη φύση γύρω από το χωριό των γονιών μου. Αλλά και λίγο αργότερα, όταν έβγαινα για καφέ με φίλους κάπως πιο μακριά από τα γνωστά όρια της γειτονιάς μου στην πόλη. Όμως πάντα, μα πάντα φρόντιζα να επιστρέψω το αμάξι στη θέση του άθικτο, πριν γυρίσει σπίτι ο μπαμπάς από τη δουλειά. Ήμουν προσεκτικό παιδί, δεν μπορείτε να πείτε!
Περνώντας τα χρόνια, έγινα πιο νομοταγής πολίτης, έβγαλα και δίπλωμα. Κι από τότε, το μόνο που με ενδιέφερε είναι να είναι γεμάτο το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου. Έτσι οικονόμησα και το δεύτερό μου όνομα, "νταλικέρης". Τι να κάνω; Το αγαπάω το αυτοκίνητο. Αρκεί να σας πω, ότι μετά από ένα σοβαρό τροχαίο που είχα κάποτε κι έκανα ένα αμάξι παλιοσίδερα, μέσα σε είκοσι μέρες ξανάπιασα τιμόνι και μάλιστα οδηγούσα με ένα χέρι τότε γιατί πονούσε φριχτά το άλλο. Ποτέ φυσικά δεν παραδέχτηκα τους πόνους μου, από φόβο μήπως μου το απαγορέψουν!
Μετά από όλα όσα προανέφερα, νομίζω πως τώρα πια θα καταλάβετε καλύτερα όσα θα ακολουθήσουν. 
Το δίπλωμα οδήγησης ήταν μόνο η αρχή. Πολύ γρήγορα, αντιλήφθηκα ότι μου προσφέρει μεν ελευθερία, όχι όμως τόση όση θέλω εγώ δε. Γιατί άντε, όπου υπάρχει δρόμος, πας με αμάξι. Στη θάλασσα τι γίνεται;. Πως θα εξερευνούσα οτιδήποτε βρέχεται γύρω-γύρω από νερό. Ναι, ναι, αυτό που λέμε νησί εννοώ! Και κάπως έτσι άρχισα να ταξιδεύω. Δεν άφηνα και δεν αφήνω φυσικά, ευκαιρία να πάει χαμένη...
Η ανακάλυψη καινούργιων εικόνων και η γνωριμία με καινούργιους ανθρώπους ήταν κάτι που πάντα με συναρπάζει. Η φυγή έξω από τα γνωστά όρια και η εξερεύνηση έξω από γνώριμα μονοπάτια είναι αυτό που θα αναζητώ για όλη μου τη ζωή. 
Κατά την πρώτη νιότη μου, το ταξίδι ήταν αποκλειστικά και μόνο για διακοπές και για διασκέδαση. Έπειτα, έβαλα πείσμα να μην ταξιδεύω έτσι απλά ως τουρίστας μόνο κάθε καλοκαίρι, αλλά να ξέρω πού πηγαίνω και γιατί, όλο το χρόνο. Τότε, αποφάσισα να το δω πιο αναλυτικά το θέμα και πήγα και το σπούδασα. Ναι, το σπούδασα από επιλογή, γιατί το αγαπούσα. 
Οι γνώση είναι δύναμη, λέγαν οι παλιοί και είχαν απόλυτο δίκιο. Σπούδαζα και ταξίδευα ταυτόχρονα. Και μάθαινα. Μάθαινα όσα δεν είχα αντιληφθεί ως τότε ότι μπορώ να απολαύσω κάνοντας ένα ταξίδι. Αργότερα επέλεξα να εργάζομαι ταξιδεύοντας. Εκεί να δεις εμπειρίες! 
Ανακάλυψα κόσμους και ανθρώπους που δεν είχα φανταστεί. Έγινα κομμάτι των κοινωνιών τους και ενσωματώθηκα σε καθημερινότητες που ούτε στα όνειρά μου θα συνέβαινε. Ανακάλυψα κουλτούρες, ήθη και έθιμα, νοοτροπίες και συνήθειες που δεν άλλαξαν μέχρι και σήμερα. Ο ουρανίσκος μου δέχτηκε γεύσεις άγνωστες και τα μάτια μου είδαν εικόνες που μόνο στην τηλεόραση και στα βιβλία είχαν δει. 
Αυτό όμως που με συνάρπασε περισσότερο από όλα, ήταν η ποικιλία συναισθημάτων που ένιωσα. Περπάτησα σε μέρη που οι πόρτες των σπιτιών άνοιγαν διάπλατα, τα χαμόγελα στόλιζαν τα πρόσωπα και ο ασημένιος δίσκος είχε πάντα σπιτικό γλυκό του κουταλιού και δροσερό νερό, ώσπου να ξαποστάσει για λίγο ο επισκέπτης. Τραπέζια φορτωμένα με ντόπια σπιτικά εδέσματα και διαφόρων ειδών κρασιά, αλλά και οτιδήποτε παραδοσιακό φτιαγμένο με μεράκι απλώθηκε στα πόδια μου, πολλές φορές. 
Δεν ήταν λίγες οι φορές βέβαια, που τα πράγματα δεν ήταν πάντα όπως θα ήθελα. Πρόσωπα ψυχρά κι ανέκφραστα, αρνήθηκαν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία, έστω και για κάποια κατεύθυνση που αναζητούσα. Το άγνωστο δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτο! Όμως δεν πτοήθηκα. Αυτές οι περιπτώσεις ήταν λίγες έως σπάνιες και πάντα θεωρώ δικαιολογημένες. Όλες οι κοινωνίες δεν είναι ανοιχτές και έχουν τους δικούς τους λόγους να είναι οι άνθρωποι επιφυλακτικοί. 
Το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων όμως, ήταν και είναι φιλόξενοι και καταδεκτικοί. Κι αυτό που πρόσεξα, ήταν ότι τη πιο ζεστή φιλοξενία τη δέχτηκα σε μικρές κι απομονωμένες κοινωνίες. Εκεί όπου ο ξένος έρχεται σπάνια και χτυπά την πόρτα, όμως η ζεστασιά του σπιτικού χωράει πολλούς. Εκεί όπου το υστέρημα γίνεται αμέσως πλεόνασμα για να χορτάσει ο επισκέπτης και να αισθανθεί άνετα και οικεία. 
Όσο λοιπόν περπάτησα στη χώρα μας, όσα βουνά κι αν ανέβηκα κι όσες θάλασσες κι αν ταξίδεψα, γιατί τόση ώρα σας μιλώ για τη δική μας χώρα, την Ελλάδα, παντού βρήκα ένα χαμόγελο κι ένα ζεστό καλωσόρισμα. 
Ξύπνησα την ίδια ώρα με τους ανθρώπους που ξεκινούσαν τη μέρα τους κι έγινα κομμάτι ενός εικοσιτετραώρου εντελώς διαφορετικού από το δικό μου. Αφουγκράστηκα τους ήχους της ημέρας και γνώρισα τις δυσκολίες αλλά και τις χαρές των απλών ανθρώπων, εκείνων που γυρνούν το βράδυ στο σπίτι τους από τον κάματο της εργασίας και λένε δόξα τον Πανάγαθο που έχουμε και σήμερα ένα καρβέλι στο τραπέζι. 
Έπαιξα με τα παιδιά στις αλάνες και άκουσα τα όνειρα που έχουν για το μέλλον και πώς παλεύουν να τα κατακτήσουν. Γιατί η Ελλάδα μας δεν είναι μόνο οι ομορφιές της. Είναι οι άνθρωποι που αγωνίζονται να την κρατήσουν ζωντανή κάθε μέρα. Που της δίνουν ανάσα, από τη δική τους ανάσα καθώς διαβαίνουν στο πέρασμα του χρόνου κι αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα στην ιστορία. 
Άκουσα και ιστορίες παλιές, από τους γεροντότερους στα μικρά καφενεδάκια των χωριών και ήπια βαρύ γλυκό ελληνικό καφέ σε τοσοδούλικο πορσελάνινο φλιτζάνι. Στάθηκα στην άκρη του λιμανιού κι αποχαιρέτισα καΐκια που φεύγαν για την ψαριά της ημέρας. Βάδισα σε στενά σοκάκια κι ευφράνθηκε το είναι μου από τις ευωδιές του κάθε τόπου, Πυροτεχνήματα δέχτηκε ο ουρανίσκος μου από την ποικιλία των γεύσεων που δοκίμασα και ξεδίψασα από κρυστάλλινα παγωμένα νερά που διανύουν φασαριόζικα ήσυχες γωνιές της φύσης. 
Συνάντησα οικογένειες σφιχτά δεμένες σαν γροθιά, που αντιστέκονται στη χαλαρότητα των ηθών, οικογένειες πάλι που παλεύουν με έναν ή κανέναν γονιό να κρατηθούν όρθιες, αλλά κι εκείνες που δεν άντεξαν και σκόρπισαν. 
Σκαρφάλωσα με κόπο, ως παιδί της πόλης, σε βουνά και χάθηκα στο πράσινο που σαν πάπλωμα σκεπάζει αχανείς εκτάσεις, αλλά πλατσούρισα και στις όχθες στα ποτάμια ή κάτω από πέτρινα γεφύρια. Προσκύνησα σ' εξωκλήσια και προσευχήθηκα για υγεία κι ευτυχία και θαύμασα αρχαίους ναούς, δημιουργήματα ανθρώπων που χάθηκαν στα βάθη των αιώνων.  
Συνάντησα ανθρώπους που κουβαλούν τις δικές τους πληγές, αμαρτίες, χαρές, ευτυχίες, πάθη, επιθυμίες, όνειρα κι απωθημένα. Ανθρώπους που η ζωή τους τα έφερε όλα ευνοϊκά, αλλά κι εκείνους που παλεύουν νυχθημερόν να τ' αποκτήσουν. 
Συνάντησα παραδόσεις χρόνων, που κρατιούνται ακόμη ζωντανές, άλλοτε στολισμένες από λαϊκές δοξασίες και άλλες βασισμένες στη θρησκεία και την πίστη των ανθρώπων. Μια πίστη που αρνούνται να εγκαταλείψουν γιατί είναι το μόνο που τους κρατά ζωντανούς και δεν έχουν κι άδικο εδώ που τα λέμε. 
Συνάντησα απομεινάρια πολιτισμών που στέκουν αγέρωχα στο χρόνο για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Συνάντησα εξέλιξη κι ανάπτυξη, σε κοινωνίες που επιθυμούν το κάτι καλύτερο για τα παιδιά τους. Συνάντησα όμως και στασιμότητα και αυτάρκεια σε όσα έχουν, αφού ικανοποιούν κάθε τους ανάγκη. 
Συνάντησα χαμόγελα και δάκρυα. Ευτυχία και πόνο. Γλύκα και πίκρα. Ανθρώπους κι ανθρώπους. Τόπους και τόπους. Ελλάδα κι Ελλάδα. 
Κι όλα αυτά τα έκανα και τα κάνω για εμένα. Ναι, ταξιδεύω για εμένα. Ταξιδεύω στο άγνωστο που θέλω να κάνω γνωστό. Ταξιδεύω σε μια χώρα, στη χώρα μου, που όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα υπάρχει πάντα μια γωνιά της που θα μένει ανεξερεύνητη και θα περιμένει εμάς να την ανακαλύψουμε. 
Όμως ποτέ δεν ταξιδεύω μόνη μου... Γιατί κανένα ταξίδι δεν είναι πιο όμορφο, αν δεν το μοιραστείς με εκείνους που αγαπάς!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου