Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 21 Μαΐου 2014
Πέμπτη 8 Μαΐου 2014
Δευτέρα 28 Απριλίου 2014
Γιάννενα 26 & 27 Απριλίου 2014
Πίνοντας τον πρώτο καφέ της ημέρας μου, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, θυμήθηκα εκείνο το άρθρο που έγραψα πριν από καιρό για το περιοδικό Αναζητήσεις.
Μέσα μου ξύπνησαν ξανά, εκείνα τα συναισθήματα που νιώθω πάντα όταν σκέφτομαι αλλά κυρίως όταν επισκέπτομαι την αγαπημένη μου πόλη, τα Ιωάννινα...
Ανάμεσα σε αντικείμενα κι έπιπλα βγαλμένα θαρρείς από μια άλλη εποχή, από την εποχή που ζούσαν στα Γιάννενα ο Πασάς και η κυρά-Φροσύνη, πίστεψα έστω και για λίγο, πως ήμουν κι εγώ κομμάτι της ιστορίας τους, αγναντεύοντας από το παράθυρό μου τη μελαγχολία της λίμνης.
Έτσι, πριν πάρω το δρόμο της επιστροφής, θέλοντας να κρατήσω ζωντανή αυτή τη μαγική εικόνα, έσπευσα για το τελευταίο μου καθρέφτισμα στη λίμνη...
Ένα
καθρέφτισμα στη λίμνη των Ιωαννίνων…
Γράφει η Δήμητρα Τράκα
Μπήκε
στο αυτοκίνητο και μη γνωρίζοντας τον προορισμό, έβαλε μπρος και ξεκίνησε. Οδηγούσε
σχεδόν τρεις ώρες ασταμάτητα και μόλις είδε την πινακίδα που έγραφε Ιωάννινα,
έκοψε λίγο ταχύτητα και συνειδητοποίησε πού βρισκόταν. Έστριψε δεξιά και βγήκε
από την Εγνατία οδό, παίρνοντας το δρόμο που πήγαινε κατευθείαν στο κέντρο της
πόλης. Σε λίγα λεπτά, εκεί όπου τελείωναν τα τείχη της παλιάς πόλης, είχε
φτάσει κιόλας μπροστά στη λίμνη.
Δεν
είχε ακόμα ξημερώσει και η ησυχία της νύχτας, έδινε στη λίμνη μια μαγική
υπόσταση. Άφησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και περπάτησε μέχρι τα
χαμηλά κάγκελα στην όχθη της λίμνης. Έβγαλε από την τσέπη του τα τσιγάρα του
και καθώς άναβε ένα, είδε την καύτρα του που κοκκίνισε, να ενώνεται και να
γίνεται ένα με τα φώτα των δρόμων, απέναντί του στο νησάκι. Μικρά, κόκκινα
φωτάκια που έδιναν το ακριβές στίγμα τους και μαζί με το γεμάτο φεγγάρι,
καθρεπτίζονταν στην επιφάνεια του νερού. Εκείνο λευκό, ολόγιομο και γύρω του
μικρές κόκκινες φωτίτσες, ζωγραφιά θαρρείς, από χέρι θεϊκό πάνω σε μια λεία και
ασάλευτη επιφάνεια.
Μαγεμένος
από την εικόνα, είχε τραβήξει την κουρτίνα του μυαλού του, ο Νικήτας. Σαν να
μην είχε αντιληφθεί ούτε την απόσταση που διήνυσε για να φθάσει από τη
Θεσσαλονίκη μέχρι τα Γιάννενα, ούτε την ψυχική του κούραση, ούτε όμως και το
τσουχτερό κρύο και την υγρασία της λίμνης που ήταν ικανή, να τρυπήσει όχι μόνο
κόκκαλα αλλά και πέτρες. Ακολουθούσε τώρα με βήμα αργό το φεγγάρι, νομίζοντας
πως θα τον οδηγούσε σ’ εκείνη. Σ’ εκείνη που είχε στο μυαλό και στην καρδιά
του. Σ’ εκείνο το άπιαστο όνειρο, που για πρώτη φορά αντίκρισε εδώ, στο πλάι της
λίμνης.
Εκείνη
την πρώτη φορά, ήταν νύχτα όταν την πρωταντίκρυσε. Στάθηκε απέναντί της όσο
χρειαζόταν για ν’ αποτυπώσει στη μνήμη του την εικόνα της. Κάτω από μια λάμπα
του δρόμου, έμοιαζε να ταξιδεύει στο βυθό της λίμνης. Κάτι την τραβούσε εκεί
κάτω. Σκέψεις; Προβληματισμοί; Στεναχώρια; Πάντως χαρά δεν ήταν! Δεν τόλμησε να
την πλησιάσει. Φοβόταν μη χαλάσει την ησυχία της. Την άφησε μόνη, όπως τη βρήκε
και την παρατήρησε μέχρι που σηκώθηκε και χάθηκε μέσα σε μια πύλη που
εισχωρούσε στην παλιά πόλη. Εκείνος έμεινε εκεί για να κοιτάζει τη σιλουέτα που
χάνονταν αργά μέσα στο σκοτάδι.
Όλο
το βράδυ έμεινε ξάγρυπνος. Δεν ήθελε να κλείσει τα μάτια του για να μην
ξεχάσει. Να μην ξεχάσει την εικόνα της… Την άλλη μέρα, ήταν αναγκασμένος να
συνεχίσει το ταξίδι του. Οι πελάτες του, τον περίμεναν στο μικρό Πάπιγκο, ψηλά
στα Ζαγοροχώρια. Αν καθυστερούσε να ξεκινήσει, θα έπρεπε να επιστρέψει νύχτα
και το ταξίδι χειμωνιάτικα όταν έπεφτε το σκοτάδι σ’ εκείνους τους δρόμους,
μπορεί να μην ήταν και τόσο ασφαλές, με το χιόνι να πέφτει πυκνό.
Ξεκίνησε
λοιπόν και όταν έφτασε στη παλιά γέφυρα του Βοϊδομάτη, αναγκάστηκε να
σταματήσει για λίγο, γιατί ένα φορτηγό είχε χαλάσει στην απέναντι πλευρά του
ποταμού και είχε κόψει την κυκλοφορία. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μέχρι να
καταλάβει το λόγο της αργοπορίας του, ένα δυνατό γέλιο τον έκανε να γυρίσει το
κεφάλι του προς την πλευρά από όπου έρχονταν ο ήχος του. Στην απέναντι όχθη,
μια μεγάλη παρέα απολάμβανε τη ξαφνική καθυστέρηση και χαιρόταν τη φύση, δίπλα
στα άγρια νερά του ποταμού. Εκείνο το γέλιο όμως; Εκείνο το γέλιο ερχόταν από
τα χείλη μιας κοπέλας. Μιας γνώριμης μορφής…
Ήταν
η εκείνη. Εκείνη που χθες βράδυ στεκόταν θλιμμένη και χάζευε το μαύρο της
λίμνης, τώρα γελούσε κι έμοιαζε ν’ απολαμβάνει τη ζωή. Ο Νικήτας χαμογέλασε στη
θέα της όμορφης κοπέλας. Να που την ξανάβλεπε! Σήμερα του φαινόταν αλλιώτικη.
Το καθαρό πρόσωπό της ήταν τώρα φωτεινό. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ανέμιζαν
από το πρωινό αεράκι και τα μεγάλα εκφραστικά της μάτια, την έκαναν να μοιάζει
μ’ εκείνες τις νεράιδες των ποταμών.
«Βασιλική,
έλα φεύγουμε, άνοιξε ο δρόμος.» ακούστηκε μια αντρική φωνή.
Εκείνη
έτρεξε κοντά του και μπήκε στο άσπρο αυτοκίνητο που επιβιβάστηκε πρώτος
εκείνος. ‘Βασιλική την λένε’, σκέφτηκε. Πού να πήγαιναν άραγε; Τι σημασία έχει;
Ο Νικήτας δεν μπορούσε να την ακολουθήσει. Μπήκε κι εκείνος στο αμάξι του και
συνέχισε το ταξίδι του. Αμέτρητα τοξωτά γεφύρια συνάντησε στο δρόμο του και
λίγο πριν φτάσει στον προορισμό του συνάντησε και τις ‘Οβίρες’. Εκείνες τις
μικρές λιμνούλες σαν κολυμπήθρες που κάποτε κατοικούσαν ξωτικά και νεράιδες. Κοντοστάθηκε
για λίγο και άφησε τη φαντασία του ελεύθερη να τη θαυμάζει, όσο εκείνη
σκαρφάλωνε από τη μια λιμνούλα στην άλλη σαν αερικό.
Ανέπτυξε
και πάλι ταχύτητα και σε λίγο τα πρώτα πέτρινα σπίτια του χωριού, φάνηκαν
μπροστά του. Το κατάλευκο χιόνι που σκέπαζε τις αυλές και τα πέτρινα
καλντερίμια, όσο κι αν φάνταζε σαν
πουπουλένιο πάπλωμα, η τόση ομορφιά του, δεν του επέτρεψε να συνεχίσει με το αυτοκίνητο
και αναγκάστηκε να το αφήσει στη μικρή πλατεία στην είσοδο του χωριού και να
συνεχίσει με τα πόδια. Περπάτησε ανάμεσα στα πέτρινα γραφικά σπιτάκια και μετά
από δυο στενά, βρέθηκε μπροστά στο μικρό ξενώνα, όπου τον περίμενε ο ιδιοκτήτης
του.
Η
ζέστη που έρχονταν από το αναμμένο τζάκι στην άκρη της μεγάλης σάλας, του
χάιδεψε τόσο ανακουφιστικά το πρόσωπο και η πρόταση του οικοδεσπότη για ένα
ζεστό αφέψημα από βοτάνια της περιοχής, φάνηκε στο Νικήτα πολύ δελεαστική.
Κάθισε σε ένα χαμηλό καναπέ σε μια άκρη του σαλονιού και περίμενε το κέρασμα
και τον πελάτη του. Η είσοδος όμως άνοιξε ξαφνικά και τον τρόμαξε ο ήχος από
τις φωνές των ανθρώπων που εισέβαλαν στο χώρο. Πρόσωπα για μία ακόμη φορά
γνώριμα. Κι ανάμεσά τους, εκείνη. Η Βασιλική.
Η μεγάλη παρέα είχε κλείσει ολόκληρο
σχεδόν το ξενώνα για το διήμερο. Μπήκαν μέσα και κάθισαν όλοι γύρω από το
τζάκι, εκτός από δύο άτομα, που τακτοποίησαν με τη γυναίκα του ξενοδόχου τα
δωμάτια. Όσο τα μάτια του ήταν καρφωμένα σ’ εκείνη, δεν πρόσεξε τον άνθρωπο που
απίθωσε το δίσκο με όλα τα κεράσματα εμπρός του. Ο ξενοδόχος ζήτησε συγνώμη για
την αναστάτωση, καθώς επίσης και λίγο χρόνο πίστωση, για να εξυπηρετήσει τους
καινούργιους ενοίκους του. Ο Νικήτας του χαμογέλασε μηχανικά και του είπε ότι
είχε όσο χρόνο ήθελε στη διάθεσή του.
Έμεινε
μόνος του και άθελά του άκουσε τη συζήτηση της παρέας. Ένας γάμος ήταν το θέμα
τους. Ένας γάμος που επρόκειτο να γίνει πολύ σύντομα. Ένας γάμος που η νύφη για
την οποία η συζήτηση επικεντρώθηκε τώρα, ήταν η Βασιλική. Εκείνη όμως, δεν
έμοιαζε ν’ απολαμβάνει τα πειράγματα και τα παινέματα. Κάτι σαν ντροπή, κάτι σαν δυσφορία μπορούσε να πει κανείς ότι πρόδιδε το βλέμμα της. Παράτησε τους υπόλοιπους
και σηκώθηκε ξαφνικά. Άνοιξε τη πόρτα κι έτρεξε μόνη της έξω. Μια παράξενη
δύναμη ώθησε το Νικήτα να την ακολουθήσει.
«Είστε
καλά;» τη ρώτησε καθώς την πλησίασε.
Εκείνη
ταράχτηκε μόλις τον αντιλήφθηκε πλάι της και γύρισε το πρόσωπό της στην
αντίθετη πλευρά. Δεν ήθελε να δει κανείς τα υγρά μάτια της. Κοίταξε στο βάθος
απέναντι τα ψηλά βουνά και άφησε τη ψυχή της ν’ ανέβει εκεί σαν αγρίμι. Έτσι
ένιωθε. Αγρίμι που προσπαθούν να το κλείσουν σ’ ένα κλουβί.
«Πόσο
καλά μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε μια
ισόβια φυλάκιση;» του απάντησε με ερώτηση κι έστρεψε να φύγει πίσω στον ξενώνα.
Ο
Νικήτας σάστισε και την ακολούθησε μόνο όμως με τα μάτια. Όταν μπήκε κι αυτός
στο εσωτερικό, εκείνη είχε κρυφτεί ξανά μέσα στη μεγάλη παρέα και δεν γύρισε
ούτε καν να τον κοιτάξει. Εκείνος τελείωσε με τις παραγγελίες που έπρεπε να
πάρει και μέσα σε λίγη ώρα πήρε το δρόμο της επιστροφής. Έφτασε στο μικρό
πανδοχείο όπου έμενε, στο Πέραμα, πολύ κοντά στην πόλη των Ιωαννίνων και δίπλα
ακριβώς από το Σπήλαιο του Περάματος, τακτοποίησε το λογαριασμό του και κίνησε
για τη Θεσσαλονίκη.
Είχαν
περάσει τουλάχιστον δέκα μέρες, από τότε που την είδε για πρώτη φορά κι όμως
δεν έπαψε ούτε στιγμή να τη σκέφτεται. Δεν την είχε δει από εκείνο το μεσημέρι
και οι μέρες που κυλούσαν του φαινόταν βασανιστικές. Είχε ερωτευθεί και είχε
χάσει μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, το όνειρο. Ένα όνειρο θλιμμένο. Εκείνη η
θλιμμένη νεράιδα του είχε κλέψει την καρδιά και το μυαλό. Πονούσε που δεν
μπορούσε να την κάνει ποτέ δική του. Πονούσε που δεν μπορούσε να τη ξαναδεί
έστω για ένα λεπτό μόνο κι ας χανόταν μετά. Εκείνο το βράδυ, ο πόνος του είχε
γίνει ακόμα πιο δυνατός. Γι’ αυτό ξεκίνησε και πάλι για το ίδιο ταξίδι. Εκεί
κοντά στη λίμνη. Εκεί που στάθηκε εκείνη. Εκεί που καθρεφτίστηκε εκείνη για
πρώτη φορά. Σ’ εκείνο το καθρέφτισμα στη λίμνη των Ιωαννίνων την αναζητούσε
τώρα…
Πέμπτη 3 Απριλίου 2014
Σας παρουσιάζουμε με χαρά το καινούργιο μας τεύχος του περιοδικού
"Ανθρώπων Έργα" του Σάββα Τριανταφυλλίδη!!!
Ένα τεύχος που είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη γιατί η μικρή καλεσμένη μου είναι ένα πρόσωπο που αγαπώ πάρα πολύ! Ευχαριστώ πολύ την Αντιγόνη Λειβάδη για τη συνέντευξη που μου παραχώρησε!!!
Με χαρά σας παρουσιάζουμε το τρίτο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού "Ανθρώπων Έργα". Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους συνεργάτες του περιοδικού που δούλεψαν σκληρά για να μπορέσει να εκδοθεί το περιοδικό που όλοι αγαπήσατε. Μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας στον σύνδεσμο http://joom.ag/KfFX
Θα θέλαμε πολύ να μας αφήσετε το σχόλιο σας με τις εντυπώσεις και τις παρατηρήσεις σας. Η γνώμη σας βοηθάει εμάς, ώστε το περιοδικό να γίνεται καλύτερο! Εφόσον το διαβάσετε και σας αρέσει, τότε μπορείτε να το κοινοποιήσετε κι εσείς ώστε να γίνει γνωστό ακόμη και σε αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει!
Επίσης μπορείτε να γίνεται μέλος της ομάδας πατώντας εδώhttps://www.facebook.com/groups/anthrwpwn.erga
Σημειώσεις
1. Επειδή το ανεβάζουμε πρώτη φορά στο joomag πολύ πιθανό μετά από πολλές ταυτόχρονες επισκέψεις ο server να κολλήσει για κάποια λεπτά. Σε περίπτωση που δεν μπορείτε να το διαβάσετε θα θέλαμε να μας ενημερώσετε ώστε να το ανεβάσουμε και σε άλλον server.
2. Για καλύτερη ανάγνωση πατήστε το τελευταίο κουμπί (fullscreen mode) στην επάνω μπάρα εργαλείων και μετά το κουμπί "Allow".
3. Αν θέλετε να κρατήσετε στο αρχείο σας το τρέχων τεύχος ή ακόμη και τα προηγούμενα, μπορείτε να μου στείλετε το e-mail σας στο inbox για να σας το στείλω σε μορφή pdf.
4. Για οτιδήποτε χρειαστείτε, είμαστε στην διάθεση σας! Καλή ανάγνωση!
Θα θέλαμε πολύ να μας αφήσετε το σχόλιο σας με τις εντυπώσεις και τις παρατηρήσεις σας. Η γνώμη σας βοηθάει εμάς, ώστε το περιοδικό να γίνεται καλύτερο! Εφόσον το διαβάσετε και σας αρέσει, τότε μπορείτε να το κοινοποιήσετε κι εσείς ώστε να γίνει γνωστό ακόμη και σε αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει!
Επίσης μπορείτε να γίνεται μέλος της ομάδας πατώντας εδώhttps://www.facebook.com/groups/anthrwpwn.erga
Σημειώσεις
1. Επειδή το ανεβάζουμε πρώτη φορά στο joomag πολύ πιθανό μετά από πολλές ταυτόχρονες επισκέψεις ο server να κολλήσει για κάποια λεπτά. Σε περίπτωση που δεν μπορείτε να το διαβάσετε θα θέλαμε να μας ενημερώσετε ώστε να το ανεβάσουμε και σε άλλον server.
2. Για καλύτερη ανάγνωση πατήστε το τελευταίο κουμπί (fullscreen mode) στην επάνω μπάρα εργαλείων και μετά το κουμπί "Allow".
3. Αν θέλετε να κρατήσετε στο αρχείο σας το τρέχων τεύχος ή ακόμη και τα προηγούμενα, μπορείτε να μου στείλετε το e-mail σας στο inbox για να σας το στείλω σε μορφή pdf.
4. Για οτιδήποτε χρειαστείτε, είμαστε στην διάθεση σας! Καλή ανάγνωση!
<iframe name="Joomag_embed_f0811e2e- e239-49bf-9e77-47130c7e1969" style="width:420px;height: 272px" width="420px" height="272px" hspace="0" vspace="0" frameborder="0" src="http://www.joomag.com/ magazine/ alphanuthetarhopiomeganu- rhogammaalpha- alphanuthetarhopiomeganu- rhogammaalpha/ 0404117001396483066?p=1&e= 1&embedInfo=;image,https% 3A%2F%2Fd25ow0ysq5ykrj. cloudfront.net%2Fflash%2Fgui% 2Fthemes%2Fdefault%2Fbg.jpg, fill"></iframe>
Κυριακή 23 Μαρτίου 2014
Συνέντευξη για το περιοδικό E-CHARITY
στον φίλο και δημοσιογράφο Αλέξανδρο Τανασκίδη.

Νομίζω πως είναι από τα λίγα πρόσωπα που μιλάνε με τα μάτια, χωρίς καν να χρειαστεί να αρθρώσουν λέξη. Κι όχι γιατί δεν έχουν να πουν κάτι με τις λέξεις τους... Κάθε άλλο. Η Δήμητρα είναι ένας «δικός» άνθρωπος, ένας άνθρωπος που από την πρώτη στιγμή νοιώθεις πως μιλάει με το δικό σου στόμα, με την δική σου ψυχή και με την δική σου αγάπη. Ένας άνθρωπος που λάμπει από την κορυφή ως τα νύχια, μια οντότητα στα συγγραφικά στέκια που αφήνει όπως και να έχει, την σφραγίδα της.Χωρίς καλλωπιστικές περικοκλάδες, χωρίς φτιασιδωμένες σκέψεις κισσούς, χωρίς μαιάνδρους στις προτάσεις. Στιλπνή, λεία, με καλογυαλισμένες γωνίες στην γραφή της και κυρίως με πολύ συναίσθημα. Τα πρώτα της βήματα στην συγγραφική χώρα, τα έκανε με την «Αλεξάνδρα» ένα βιβλίο που η πνιγμονή του από αγάπη, είναι εμφανής σε κάθε απλή και λιτή πρόταση που κινείται ρυθμικά με τις μορφές, τους ήρωες και τα γεγονότα που αναπτύσσονται στις σελίδες του. Το δεύτερο βιβλίο της «Ένα Σμαράγδι για δύο», είναι μια ασυνήθιστη ιστορία για τα ελληνικά σοκάκια της συγγραφής, εφάμιλλη των μεγάλων ερώτων και της τραγικότητάς τους που διαβάζουμε σε μεγάλα best sellers του εξωτερικού. Μια ιστορία μιας αληθινής αγάπης. Ενός δυνατού έρωτα. Τρεις ζωές, κουβάρια στιγμές, λέξεις που βιάζονται να καλυφθούν από τα χαλάσματα του χρόνου... Δεν θα μιλήσω παραπάνω για την Δήμητρα. Η μορφή της βασιλική, η ψυχή της κρυστάλλινη. Η ταυτότητά της; Συγγραφέας. Δημιουργιική, εμπνευσμένη, μετρημένη, παραδέχεται πως υπάρχουν και τρωτά σημεία στην γραφή της που επιτρέπουν στους ήρωες να την παρασύρουν στις δικές τους ιστορίες ενώ δεν διστάζει να μας «εμπιστευθεί» πως είναι από τους πρώτους αναγνώστες που διάβασε ηλεκτρονικό βιβλίο. Φάρος στους δρόμους της, πάνταοι γονείς και οι παππούδες της ενώ σύμβουλος πιστός πάντα στα βήματά της σήμερα, ο σύζυγός της. Την Δήμητρα Τράκαμπορείτε να την ακολουθήσετε και στο facebook, καθώς εκμεταλλεύεται το δίκτυο τόσο για την «καλημέρα» της με τους φίλους της όσο και για να μας ενημερώνει για τα προσωπικά συγγραφικά της βήματα ή ακόμη και για να μας προτείνει νέες συγγραφικές πένες που το κριτήριό της κρίνει πως αξίζουν ανάγνωσης από εμάς. Η απλή αλλά και «δικτυωμένη» κυρία του ελληνικού βιβλίου,της διπλανής πόρτας, άνοιξε την καρδιά της και μίλησε αποκλειστικά στο e-Charity.gr. Απολαύστε την.
Αλέξανδρος Τανασκίδης: Τι σε ώθησε να ασχοληθείς με την γραφή; Γράφεις, ή προσπαθούσες να γράψεις από μικρή; Πως και δεν ασχολήθηκες πιο νωρίς; Έπρεπε να κάνεις τον κύκλο σου κι εσύ σε διάφορα επαγγελματικά λημέρια για να καταλήξεις στην γραφή;
Δήμητρα Τράκα: Από όσο θυμάμαι με τον εαυτό μου, στα χέρια μου υπήρχαν πάντα ένα μολύβι κι ένα χαρτί. Πάντα μου άρεσε να καταγράφω συναισθήματα, εικόνες, ήχους και μυρωδιές, που γαργαλούσαν τη φαντασία μου και άγγιζαν τη ψυχή μου. Το ταξίδι της γραφής και της ανάγνωσης ξεκίνησε για μένα από την ηλικία των πέντε ετών και μέχρι σήμερα υπάρχουν στο συρτάρι μου πάρα πολλά χειρόγραφά μου και το καθένα έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Ποτέ δεν σκέφτηκα να εκθέσω δημόσια τα γραπτά μου, μέχρι που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, την «Αλεξάνδρα» και με παρότρυνση του συζύγου και της οικογένειάς μου, αποφάσισα να το εμπιστευθώ σ’ έναν εκδοτικό οίκο. Τα ταξίδια και ο χώρος του τουρισμού που είναι και η κανονική μου δουλειά, ήρθαν παράλληλα και αφού σταμάτησα να ασχολούμαι επαγγελματικά με τον τουρισμό, σκέφτηκα να μοιραστώ τα ταξίδια του νου που κάνω εγώ και με άλλους ανθρώπους.
Α.Τ.: Τι σημαίνει «γράφω»; Τι «συγγράφω»; Έχουμε λίγο χάσει τα νοήματα των λέξεων σε αυτή την χώρα; Η μισή Ελλάδα αιμορραγεί ποίηση και συγγραφή. Πόσο αυστηρός αναγνώστης είσαι; Διαβάζεις γενικά;
http://www.e-charity.gr/article.php?cat=Proswpa&subcat=Proswpa&tef=October&y=2013&num=8
![]() | Δήμητρα Τράκα: «Δεν διάβασα ποτέ παραμύθι... για μένα ήρωες ήταν πάντα οι γονείς και οι παππούδες μου» |
| Αλέξανδρος Τανασκίδης / Αρχισυντάκτης | |

Νομίζω πως είναι από τα λίγα πρόσωπα που μιλάνε με τα μάτια, χωρίς καν να χρειαστεί να αρθρώσουν λέξη. Κι όχι γιατί δεν έχουν να πουν κάτι με τις λέξεις τους... Κάθε άλλο. Η Δήμητρα είναι ένας «δικός» άνθρωπος, ένας άνθρωπος που από την πρώτη στιγμή νοιώθεις πως μιλάει με το δικό σου στόμα, με την δική σου ψυχή και με την δική σου αγάπη. Ένας άνθρωπος που λάμπει από την κορυφή ως τα νύχια, μια οντότητα στα συγγραφικά στέκια που αφήνει όπως και να έχει, την σφραγίδα της.Χωρίς καλλωπιστικές περικοκλάδες, χωρίς φτιασιδωμένες σκέψεις κισσούς, χωρίς μαιάνδρους στις προτάσεις. Στιλπνή, λεία, με καλογυαλισμένες γωνίες στην γραφή της και κυρίως με πολύ συναίσθημα. Τα πρώτα της βήματα στην συγγραφική χώρα, τα έκανε με την «Αλεξάνδρα» ένα βιβλίο που η πνιγμονή του από αγάπη, είναι εμφανής σε κάθε απλή και λιτή πρόταση που κινείται ρυθμικά με τις μορφές, τους ήρωες και τα γεγονότα που αναπτύσσονται στις σελίδες του. Το δεύτερο βιβλίο της «Ένα Σμαράγδι για δύο», είναι μια ασυνήθιστη ιστορία για τα ελληνικά σοκάκια της συγγραφής, εφάμιλλη των μεγάλων ερώτων και της τραγικότητάς τους που διαβάζουμε σε μεγάλα best sellers του εξωτερικού. Μια ιστορία μιας αληθινής αγάπης. Ενός δυνατού έρωτα. Τρεις ζωές, κουβάρια στιγμές, λέξεις που βιάζονται να καλυφθούν από τα χαλάσματα του χρόνου... Δεν θα μιλήσω παραπάνω για την Δήμητρα. Η μορφή της βασιλική, η ψυχή της κρυστάλλινη. Η ταυτότητά της; Συγγραφέας. Δημιουργιική, εμπνευσμένη, μετρημένη, παραδέχεται πως υπάρχουν και τρωτά σημεία στην γραφή της που επιτρέπουν στους ήρωες να την παρασύρουν στις δικές τους ιστορίες ενώ δεν διστάζει να μας «εμπιστευθεί» πως είναι από τους πρώτους αναγνώστες που διάβασε ηλεκτρονικό βιβλίο. Φάρος στους δρόμους της, πάνταοι γονείς και οι παππούδες της ενώ σύμβουλος πιστός πάντα στα βήματά της σήμερα, ο σύζυγός της. Την Δήμητρα Τράκαμπορείτε να την ακολουθήσετε και στο facebook, καθώς εκμεταλλεύεται το δίκτυο τόσο για την «καλημέρα» της με τους φίλους της όσο και για να μας ενημερώνει για τα προσωπικά συγγραφικά της βήματα ή ακόμη και για να μας προτείνει νέες συγγραφικές πένες που το κριτήριό της κρίνει πως αξίζουν ανάγνωσης από εμάς. Η απλή αλλά και «δικτυωμένη» κυρία του ελληνικού βιβλίου,της διπλανής πόρτας, άνοιξε την καρδιά της και μίλησε αποκλειστικά στο e-Charity.gr. Απολαύστε την.
Αλέξανδρος Τανασκίδης: Τι σε ώθησε να ασχοληθείς με την γραφή; Γράφεις, ή προσπαθούσες να γράψεις από μικρή; Πως και δεν ασχολήθηκες πιο νωρίς; Έπρεπε να κάνεις τον κύκλο σου κι εσύ σε διάφορα επαγγελματικά λημέρια για να καταλήξεις στην γραφή;
Δήμητρα Τράκα: Από όσο θυμάμαι με τον εαυτό μου, στα χέρια μου υπήρχαν πάντα ένα μολύβι κι ένα χαρτί. Πάντα μου άρεσε να καταγράφω συναισθήματα, εικόνες, ήχους και μυρωδιές, που γαργαλούσαν τη φαντασία μου και άγγιζαν τη ψυχή μου. Το ταξίδι της γραφής και της ανάγνωσης ξεκίνησε για μένα από την ηλικία των πέντε ετών και μέχρι σήμερα υπάρχουν στο συρτάρι μου πάρα πολλά χειρόγραφά μου και το καθένα έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Ποτέ δεν σκέφτηκα να εκθέσω δημόσια τα γραπτά μου, μέχρι που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, την «Αλεξάνδρα» και με παρότρυνση του συζύγου και της οικογένειάς μου, αποφάσισα να το εμπιστευθώ σ’ έναν εκδοτικό οίκο. Τα ταξίδια και ο χώρος του τουρισμού που είναι και η κανονική μου δουλειά, ήρθαν παράλληλα και αφού σταμάτησα να ασχολούμαι επαγγελματικά με τον τουρισμό, σκέφτηκα να μοιραστώ τα ταξίδια του νου που κάνω εγώ και με άλλους ανθρώπους.
Α.Τ.: Τι σημαίνει «γράφω»; Τι «συγγράφω»; Έχουμε λίγο χάσει τα νοήματα των λέξεων σε αυτή την χώρα; Η μισή Ελλάδα αιμορραγεί ποίηση και συγγραφή. Πόσο αυστηρός αναγνώστης είσαι; Διαβάζεις γενικά;
Δ.Τ.: Ως Έλληνες, είμαστε φύσει καλλιτεχνικός λαός. Άλλος δηλαδή γράφει στίχους, άλλος κείμενα, άλλος βιβλία, άλλος μουσική και ούτω καθεξής. Σε μια χώρα που πρεσβεύει τον πολιτισμό και ζει από αυτόν ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών της, θα πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό και όχι μόνο. Αν αφήσουμε να σβήσει ο πολιτισμός μας, σύντομα θα σβήσουμε και από τον χάρτη. Ο κάθε συγγραφέας λοιπόν, που μπορεί ν’ αφήσει πίσω του παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, έστω και ένα βιβλίο, αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι του πολιτισμού μας. Προσωπικά, αν με ρωτούσες, θα σου έλεγα ότι δεν είμαι συγγραφέας, αλλά «ερασιτέχνης» συγγραφέας, δηλαδή είμαι απλώς κι εγώ ένας από τους εραστές της τέχνης. Συγγραφέα, ονομάζω αυτόν που αφήνει πίσω του μεγάλο και σημαντικό έργο. Το δικό μου είναι νεογέννητο και ακόμη άγνωστο προς πολλούς. Αυτός λοιπόν που γράφει, μέσα από ένα κείμενο έχει πάντα κάτι να δώσει στον αναγνώστη. Δεν γράφει απλά για να λέει πως γράφει και να διεκδικεί τον τίτλο. Υπάρχουν βέβαια και αυτές οι εξαιρέσεις, αλλά ευτυχώς είναι λίγες. Ως αναγνώστης, αποφεύγω τέτοιου είδους γραπτά και επιλέγω πάντα εκείνα μόνο που αγγίζουν τη ψυχή μου. Δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω όποιον εκτίθεται και παρουσιάζει ένα δημιούργημα, το οποίο είναι ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού του, αντιθέτως τον συγχαίρω, γιατί ξέρω καλά ότι χρειάζεται δύναμη και «γερό στομάχι», όμως έχω την ελευθερία να επιλέγω τι θα διαβάσω, όπως όλοι οι αναγνώστες.

Α.Τ.: Τα πρώτα ψήγματα από παιδί; Έμαθες όπως λες και μέσα στο δεύτερο βιβλίο σου, τις πρώτες λέξεις δίπλα στον παππού σου, ανάμεσα στα πατρόν για τα κοστούμια… Εκείνος λοιπόν έραβε ρούχα για να καλύψουν τα σώματα και εσύ, «έραβες τις λέξεις με κλωστές για να καλύψεις τις ψυχές»…
Δ.Τ.: Όπως προανέφερα, έμαθα να διαβάζω σε πολύ μικρή ηλικία. Ανεβασμένη επάνω στον πάγκο ραφής του παππού ή καθισμένη σε μια ραπτομηχανή, όπως είναι λογικό, τα παραμύθια μου και αργότερα τα βιβλία και τα τετράδιά μου, μύριζαν πάντα ύφασμα και λάδι μηχανής. Σ’ ένα τετράδιο με μεγάλα κενά, έπλαθα μικρές ιστορίες με ήρωες όπως ένας χάρακας ραφής ή ένα ηλεκτρικό σίδερο και στην κορυφή της σελίδας ζωγράφιζα τις σκηνές που εκτυλίσσονταν στην φαντασία μου αλλά και στην πραγματικότητά εμπρός μου. Πρωταγωνιστής της κάθε ιστορίας μου βέβαια, ήταν πάντα ο παππούς μου, γιατί μόνο εκείνος ήξερε καλύτερα από τον καθένα να κουμαντάρει όλα εκείνα τα σύνεργα, έτσι τον τοποθετούσα μονίμως στην κορυφή. Αργότερα όταν μεγάλωσα, δεν ήταν λίγες οι φορές που για να κάνω την προετοιμασία στις σχολικές εξετάσεις, έπαιρνα την σάκα μου και κρυβόμουν πάλι εκεί, στο ραφείο, για να διαβάσω με την ησυχία μου, υπό τους ήχους της ραπτομηχανής και του μεγάλου σιδερένιου ψαλιδιού που ασταμάτητα έκοβε κι έκοβε… Και όταν πριν από δύο χρόνια περίπου ολοκληρώθηκε το πρώτο μου βιβλίο και το παρέδωσα στα χέρια του παππού, σ’ εκείνο το ραφείο, καθισμένος στη μεγάλη πολυθρόνα του, το διάβασε και μου έκανε τις παρατηρήσεις του αλλά και μου έδωσε ακόμα έναν λόγο για να συνεχίσω να γράφω…
Α.Τ.: Όλοι μας έχουμε ταυτιστεί με έναν ήρωα παιδικών παραμυθιών ή ιστοριών. Και κάπου εκεί κοντά στην εφηβεία, ή τον στήνουμε στα 3 μέτρα και τον σκοτώνουμε για να ψάξουμε «ήρωες στα μέτρα μας» ή τον «παγώνουμε» ηλικιακά και τον διατηρούμε μαζί με την παιδικότητά μας… Εσύ;
Δ.Τ.: Εγώ, αυτό που θα σου πω με βεβαιότητα, είναι ότι ποτέ μα ποτέ, δεν διάβασα παραμύθι, που οι ήρωές του ήταν πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Δεν πίστευα ποτέ σε αυτά τα πρόσωπα και σε κανενός είδους ροζ παραμύθι. Ήμουν αν θες, λίγο αγοροκόριτσο και βιβλία όπως «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» και «Ένα παιδί μετράει τα άστρα», μου άρεσαν περισσότερο από άλλα. Για μένα ήρωες ήταν πάντα οι γονείς και οι παππούδες μου και σήμερα ο προσωπικός μου ήρωας, είναι ο σύζυγός μου. Το πρόσωπο της κάθε ιστορίας που διάβαζα και διαβάζω, είναι για μένα το μέσο που θα με ταξιδέψει. Παραδίδω άνευ όρων τη φαντασία μου αλλά και την ψυχή μου, ενσωματώνομαι και δεν ρωτώ ούτε κατεύθυνση αλλά ούτε και προορισμό.
Α.Τ.: Ο Έλληνας, διαβάζει βιβλία που ψάχνει να βρει ο ίδιος ή τελικά έχουμε κυριευτεί και εδώ από την ξενόφερτη μόδα της υπερπροβολής και της διαφήμισης των εκδοτικών οίκων; Εσύ θα διαβάσεις κάτι επειδή συζητείται ή διαφημίζεται ή επειδή θα μιλήσει στην καρδιά σου;
Δ.Τ.: Δεν είναι ψέμα πως ένα ποσοστό των Ελλήνων παρασύρεται από την έτοιμη μόδα που του σερβίρουν, όμως είναι πραγματικά συγκινητικό το γεγονός, ότι ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό επιλέγει να διαβάσει βιβλία που θα χρειαστεί ν’ αναζητήσει ο ίδιος στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου ή θα τα ψάξει κατόπιν σύστασης από κάποιο άλλο πρόσωπο. Εγώ έχω την συνήθεια, που ευτυχώς δεν με πρόδωσε ως τώρα, να διαβάζω πάντα τις πρώτες λέξεις στην πρώτη σελίδα ενός βιβλίου και αν μου κεντρίσουν το ενδιαφέρον, θα διαβάσω ολόκληρο το βιβλίο. Εξάλλου, ποτέ δεν ξέρεις αν ένα βιβλίο θα μιλήσει στην καρδιά σου, αν πρώτα δεν το έχεις ολοκληρώσει…
Α.Τ.: Στα βιβλία σου, τόσο στην Αλεξάνδρα όσο και στο Ένα Σμαράγδι για δύο, ταυτίζονται κάποια στοιχεία των ηρώων σου με δικά σου προσωπικά σημάδια. Πιστεύεις ότι έτσι οφείλει να εκτίθεται η ψυχή; Πόση συγγραφική οικονομία επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο;
Δ.Τ.: Πιστεύω ότι κάθε συγγραφέας, στα έργα του, αφήνει το δικό του σημάδι. Άλλος έχει το αστυνομικό δαιμόνιο, άλλος μένει για πάντα παιδί, άλλος παρασύρεται από τα συναισθήματά του και τις συνήθειές του. Εγώ χρησιμοποίησα απλώς κάποιες αγαπημένες συνήθειες, όπως είναι η υπερβολική ζάχαρη στον καφέ μου και τις αφομοίωσα σε κάποιους ήρωες των βιβλίων μου. Δεν αρνούμαι ότι στην «Αλεξάνδρα» χρησιμοποίησα και κάποια στοιχεία του χαρακτήρα μου, όμως στο «Σμαράγδι», άφησα τους ήρωες να με παρασύρουν και να δημιουργήσουν εκείνοι την ιστορία. Εγώ έμεινα απλός παρατηρητής ανάμεσά τους και τους παραχώρησα τον ρόλο του δημιουργού. Ούτε στο «Σμαράγδι» αλλά ούτε και στα επόμενα έργα μου γνώριζα την ιστορία από την αρχή.Αγκιστρώνομαι πάντα από ένα συναίσθημα της στιγμής, το οποίο είναι η έμπνευσή μου κάθε φορά και ξεκινώ να γράφω. Ποτέ δεν γνωρίζω εξ’ αρχής ούτε τα πρόσωπα αλλά ούτε και την ιστορία τους. Απλώς περιγράφω το συναίσθημα και την θέση που έχει στον χώρο και στον χρόνο και σιγά-σιγά ξεπηδούν οι χαρακτήρες, ξεκινώντας έναν τρελό χορό. Με κρατούν από το χέρι και ανάμεσά τους κι εγώ, παρασύρομαι από τις διαδρομές τους και από τις ανησυχίες τους. Δεν νομίζω να γίνεται λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο συγγραφική οικονομία, όταν βάζει κανείς μόνο μικρές πινελιές σ’ ένα έργο του. Εκεί που ίσως αν θες παρατηρείται ένα τέτοιο φαινόμενο, είναι στις περιπτώσεις που κάποιος γράφει την αυτοβιογραφία του και μετά δεν παραδίδει κανένα άλλο έργο στο αναγνωστικό του κοινό. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει πηγή έμπνευσης καμία άλλη, παρά μόνον ο εαυτός του και γι’ αυτό σταματά.

Α.Τ.: Σε μια πρόσφατη συζήτησή μου με την συγγραφέα Αλκυόνη Παπαδάκη, άκουσα πως ο Έλληνας έχει πλέον πιο στενή σχέση σήμερα με το βιβλίο από ότι παλαιότερα. Κατά την γνώμη σας τι συμβαίνει με τους αναγνώστες; Με ποιο κριτήριο επιλέγουν να διαβάσουν;
Δ.Τ.: Είναι αλήθεια, ότι ο Έλληνας στις μέρες μας, αποζητά το βιβλίο με περισσότερη λαχτάρα από ότι παλαιότερα. Έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο πλέον, είναι μια ανάγκη εσωτερική την οποία δημιούργησε η εποχή μας. Το φαινόμενο που ονομάζουν «οικονομική κρίση», εγώ το λέω «ψυχολογική κρίση». Μπλέκοντας τους Έλληνες στο δικό τους παιχνίδι, όσοι μας κυβερνούν και φορτώνοντάς μας τις δικές τους ευθύνες, το μόνο που κατάφεραν, είναι να βλέπουμε γύρω μας καθημερινά, πρόσωπα σκυθρωπά και θλιμμένα. Από αυτή τη θλίψη λοιπόν, ο άνθρωπος αναζητά διέξοδο και καθώς έχουμε χάσει και την προσωπική επαφή, το βιβλίο μοιάζει με παράθυρο σε μια άλλη πραγματικότητα.Προσωπικά θεωρώ ότι είναι μέγα λάθος. Το βιβλίο είναι ένα διαφορετικό ταξίδι κάθε φορά. Δεν πρέπει να το χρησιμοποιούμε αλλά να το απολαμβάνουμε! Μόλις λοιπόν θ’ αναγνωρίσουμε την πραγματική του αξία, τότε θα το αγαπήσουμε ακόμη περισσότερο και θα επικοινωνούμε ακόμη καλύτερα. Το αισιόδοξο είναι ότι προς αυτή την κατεύθυνση τείνουμε και τα θετικά αποτελέσματα δεν θ’ αργήσουν να φανούν!
Α.Τ.: Η εποχή έχει εισάγει το ηλεκτρονικό βιβλίο. Και το παλιό χάρτινο τι γίνεται πλέον; Σκέφτηκες να εκδώσεις ηλεκτρονικά;
Δ.Τ.: Ομολογώ ότι είμαι από τους πρώτους ανθρώπους στην Ελλάδα που προμηθεύτηκα το ηλεκτρονικό βιβλίο, σε μια εποχή που το χάρτινο είχε ξεφύγει από τα όρια της λογικής τιμής. Για μένα ήταν απίστευτη οικονομία ν’ αγοράζω ένα βιβλίο στη μορφή αρχείου και όχι ως ύλη. Διαβάζω τόσα πολλά βιβλία σε μικρό χρονικό διάστημα και πολλές φορές βιβλία αρκετά παλιά που έχουν είτε μεγάλο κόστος είτε είναι δυσεύρετα. Στην αρχή, με εξυπηρέτησε πάρα πολύ αυτό το είδος και όχι μόνο εμένα όπως μαθαίνω κατά καιρούς, από γνωστούς και φίλους. Το λυπηρό είναι ότι αν δεν αντιληφθούν οι εκδοτικοί οίκοι, αυτή την απειλή της εποχής μας και δεν προσαρμόσουν τις τιμές στα σημερινά δεδομένα, το χάρτινο βιβλίο σύντομα θα εκλείψει. Προσωπικά, δεν σκοπεύω ποτέ να εκδώσω ηλεκτρονικά κανένα βιβλίο μου, γιατί η αίσθηση που αφήνει η αφή, η όραση, η οσμή αλλά και οι ήχοι στην φαντασία μας το κλασικό βιβλίο, δεν περιγράφεται αλλά και δεν συγκρίνεται με τίποτα!
Α.Τ.: Ένα Σμαράγδι για δύο. Ένα βιβλίο που τελείωσε από τύχη την ίδια μέρα που έφυγε από την ζωή ο αγαπημένος σου παππούς… Τι συναισθήματα γεννά η πρώτη ανάγνωση μετά την έκδοση σε σένα;
Δ.Τ.: Ας μου επιτραπεί να χωρίσω την απάντησή μου σε δύο μέρη, ως αναφορά τα συναισθήματά μου γι’ αυτό το βιβλίο. Στο πρώτο κομμάτι, θ’ αναφερθώ στα συναισθήματα που ένιωσα την στιγμή που αντιλήφθηκα κάτι πολύ συγκεκριμένο, όταν θυμήθηκα σε ανύποπτο χρόνο, κάνοντας μια κουβέντα με τον σύζυγό μου και αναφέροντας σ’ εκείνον κάποιες παιδικές μου αναμνήσεις. Λίγο πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι ο παππούς μου, μου είχε ζητήσει, όταν θα γράψω το επόμενο βιβλίο μου, δίχως εκείνος να γνωρίζει ότι εγώ είχα ήδη ξεκινήσει πριν αρκετό καιρό να γράφω το «Σμαράγδι» μου, να τον θυμηθώ και να τον αναφέρω. Εκείνη τη στιγμή, αντιλήφθηκα ότι όχι μόνο τον είχα θυμηθεί, αλλά κάπου μέσα στο βιβλίο, τον είχα τοποθετήσει καιως χαρακτήρα και μάλιστα με συγκεκριμένη μορφή, η οποία αναφέρεται σε δύο σημαντικά σημεία του βιβλίου μου. Ήταν κάτι που όχι μόνο δεν το είχα σχεδιάσει, αλλά στην ιδέα ότι είχα ήδη πραγματοποιήσει την τελευταία του επιθυμία, δίχως να το αντιληφθώ κι εγώ η ίδια, με έκανε ν’ ανατριχιάσω σύγκορμη. Στο δεύτερο κομμάτι της απάντησής μου, στο ερώτημα που αφορά τα συναισθήματα που γέννησε μέσα μου η πρώτη ανάγνωση του βιβλίου μου μετά την έκδοσή του, μπορώ να ομολογήσω, ότι δύο ειδών ήταν τα συναισθήματά μου. Το πρώτο ήταν υπερηφάνεια, γιατί το «Σμαράγδι» υπήρξε η ζωντανή απόδειξη ότι είναι το βιβλίο πρόκληση για μένα, γιατί δημιουργήθηκε πραγματικά από το μηδέν, χωρίς δηλαδή να υπάρχει συγκεκριμένη ιστορία παρά μόνο μια αφορμή. Το δεύτερο ήταν απέραντη χαρά. Μια χαρά που πλημμύρισε την ψυχή μου, όταν διαβάζοντας την τελευταία σελίδα, συνειδητοποίησα ότι όσο το διάβαζα, είχα γίνει κι εγώ ένα με τους ήρωες και ζούσα την ιστορία από την αρχή μαζί τους. Γέλασα, έκλαψα, βίωσα την ένταση των συναισθημάτων τους κι έζησα όλες τις ψυχικές τους διακυμάνσεις σαν να ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους. Ένιωσα λοιπόν κι εγώ, για πρώτη φορά την χαρά του συγγραφέα ως αναγνώστης και είναι ειλικρινά η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μένα, γιατί κατάλαβα τον αληθινό λόγο που οι αναγνώστες μου αγάπησαν τα βιβλία μου, κι αυτό με κάνει πραγματικά ευτυχισμένη!
| |
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον καλό μου φίλο και δημοσιογράφο Αλέξανδρο Τανασκίδη μέσα από την καρδιά μου!!!
Δήμητρα Τράκα
Για όποιον θέλει να διαβάσει τη συνέντευξη μέσα από το περιοδικό e-charity
μπορεί να πατήσει τον παρακάτω σύνδεσμο:
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

































